Τετάρτη 6 Ιουλίου 2011

ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΠΟΝΤΙΩΝ: Απάντηση στον συνειδητά Ανθέλληνα Νάσο Θεοδωρίδη




Αρθρογράφος Νάσος Θεοδωρίδης




Ο μύθος της ¨γνήσιας ελληνικότητας¨ των Ποντίων"Οι αυτοαποκαλούμενοι Πόντιοι είναι το εκχριστιανισμένο σκέλος της παρακαυκάσιας ιθαγενούς φυλής των Μουσουλμάνων Λαζών που αποπέμφθηκε στην Ελλάδα το 1923 βάσει της συνθήκης της Λωζάνης.Το δέυτερο και πλειοψηφόν σκέλος των Λαζών παρέμεινε στο Λαζιστάν (Πόντος) επειδή ασπάζεται το Μουσουλμανικό θρήσκευμα.………………………..Ταυτιζόμενοι φυλετικά με τους Πόντιους, οι Λαζοί αποτελούνε γηγενή λαό της ΒΑ Τουρκίας με Καυκάσια καταγωγή και ιδιάζουσα γλώσσα που μοιάζει με την Γεωργιανή.……………………………Η ιστορία ουδέποτε ανέδειξε Ελληνοποντιακή εθνότητα."




Η απάντηση του Γιώργου Πολυχρονίδη




Εάν δεν είναι μισθοδοτούμενος πράκτορας της Τουρκικής ΜΙΤ, το γελοίο αυτό υποκείμενο, είναι τελείως δογματικός εμπαθής και ενοχικός βλάξ. Αγνοεί στοιχειωδώς την Ιστορία του Πόντου. Η τοποθέτησή του είναι άκρως αντιεπιστημονική.Είναι αυτός που θεωρούσε πώς δεν έπρεπε να πολεμήσουμε τους Ιταλούς το 40, διότι δεν άξιζε τον κόπο τόσο αίμα...Από το επώνυμο, υποθέτω πώς έχει προσφυγική, πιθανώς Ποντιακή καταγωγή, την οποία μισεί σαν το διάολο το λιβάνι.Θεωρώντας ότι κάνει "αντιεθνικιστικό αγώνα", δέχεται να συνταχθεί με τον χειρότερο εθνικισμό του κόσμου, τον Τουρκικό που βάσισε την ύπαρξη του "Έθνους" του στην πρώτη κρατικά αποφασισμένη γενοκτονία του 20ου αιώνα. Κάνει δηλώσεις στις Τουρκικές εφημερίδες και αναμασά τα ευτελέστερα επιχειρήματα των Τουρκικών μυστικών Υπηρεσιών.Πρίν απο μερικά χρόνια, η Τουρκία όρισε τον κίνδυνο απόκτησης Ελληνικής συνείδησης από τους Ελληνόφωνους (Ποντιόφωνους) μουσουλμάνους του Πόντου, σαν τον υπ' αρίθμ. 2 δυνητικό κίνδυνο ασφαλείας, μετά το Κουρδικό, παρά τις έμπρακτες διαβεβαιώσεις του Ελληνικού κράτους πως αποτάσσεται τους μουσουλμάνους Ρωμαίους Πόντιους, των περιοχών Τόνιας (Θοανίας) Τραπεζούντος, Όφεως Τραπεζούντος, και Σουρμένων (Μπέσκιοϊ= πενταχώρι).Μετ΄ επιτάσεως, το Τουρκικό κράτος, διακίνησε την ιδέα πως δεν υπάρχουν διακριτές εθνότητες στην περιοχή του Πόντου, αλλά πως όλες οι πολιτισμικές ιδιαιτερότητες είναι παραλλαγές της "Μαυροθαλασσίτικης" πολιτισμικής απόχρωσης του Τουρκικού Έθνους.Τα επιχειρήματα που διακινεί ο ανωτέρω πρακτορίσκος, είναι βγαλμένα απο το σαθρό και γελοίο κρατικό Τουρκικό οπλοστάσιο.Η αλήθεια είναι η εξής:1. Οι Χριστιανοί Πόντιοι της Ελλάδας και οι Μουσουλμάνοι Ελληνόφωνοι Πόντιοι της Τουρκίας, προέρχονται απο τους Έλληνες που αποίκισαν την Σινώπη τουλάχιστον το 700 π.χ. Τό μαρτυρεί η Γλώσσα τους και τα ήθη τους.2. Οι μουσουλμάνοι Ελληνόφωνοι Πόντιοι της Τουρκίας, εκμουσουλμανίστηκαν δια της βίας γύρω στο 1600. Πολλές οικογένειες θυμούνται ακόμα το Ελληνικό τους επίθετο.3. Οι Λαζοί του Ανατολικού Πόντου, είναι οι αρχαίοι Κολχοί, Μεγρελικής καταγωγής (Γεωργιανό φύλο).4. Υπάρχουν κοινές παραδόσεις μεταξύ Λαζών, Ελλήνων Χριστιανών Ποντίων, και Τουρκων πολιτών μουσουλμάνων Ελληνόφωνων ποντίων. Μουσικές, ενδυματολογικές, κλπ. Οι βασικές παραδόσεις που τους διαφοροποιούν, είναι η γλώσσα και η θρησκεία. Οι Λαζοί είναι μουσουλμάνοι και έχουν δική τους ξεχωριστή γλώσσα. Η ανταλλαγή των πληθυσμών έγινε βάσει της θρησκείας. Η γλώσσα όμως, ως φορέας παραδόσεων, κοσμοαντίληψης και τρόπου ζωής, είναι ίσως ο σημαντικότερος παράγων αυτοπροσδιορισμού. Βάσει της γλώσσας, οι Ποντιόφωνοι μουσουλμάνοι αυτοπροσδιορίζονται ως "Ρωμαίοι", και ολοένα και περισσότεροι τα τελευταία χρόνια συνειδητοποιούν την σχέση του Ρωμαίος με το Έλληνας. Και δεν εννοώ με το Ελληνικό κράτος, αλλά με τον Ελληνισμό.5. Κάποια παρεξήγηση προέκυψε από την αναφορά ημών των Ελλήνων Ποντίων ως "Λαζών", και το λάθος κάποιων ανιστόρητων δικών μας να αποδεχθούν την ονομασία. Η αγράμματη γιαγιά μου, που ήρθε πρόσφυγας από τον Πόντο, όταν άκουγε να μας αποκαλούν λαζούς, εξεγείρονταν και έλεγε: 'Εμείς κ' είμες Λάζ'. Εμείς είμες Ρωμαίοι". Δηλαδή, πρός Θεού βρέ παιδιά, εμείς δεν είμαστε Λαζοί, εμείς είμαστε Έλληνες."





Σάββατο 18 Ιουνίου 2011

Η προσπάθεια για ελληνο-αρμενική συνομοσπονδία (1918-1921)

To κείμενο αυτό γράφτηκε με αφορμή τη συμφωνία στρατιωτικής συνεργασίας που υπεγράφη πριν μερικά χρόνια μεταξύ της Ελλάδας και της Αρμενίας
Η πολιτική σημασία της στρατιωτικής συμφωνίας μεταξύ της Ελλάδας και της Αρμενίας είναι μεγάλη. Aπόδειξη τούτου ήταν η αντίδραση της Τουρκίας, η οποία ένοιωσε απειλούμενη από την σύμπραξη των δύο ιστορικών εθνών της περιοχής μας. Δεν είναι ασήμαντο το γεγονός ότι ο γεωγραφικός χώρος που καταλαμβάνει η σημερινή Τουρκία ανήκε πριν την έλευση των Τούρκων από την Κεντρική Ασία στους Έλληνες και στους Αρμένιους. Επιπλέον οι Έλληνες και οι Αρμένιοι υπήρξαν τα θύματα των εθνικών εκκαθαρίσεων στην Μικρά Ασία και στην Ανατολία στις αρχές του αιώνα μας προκειμένου να δημιουργηθεί η σύγχρονη Τουρκία.
Οι Έλληνες και οι Αρμένιοι συναντήθηκαν πολιτικά και στις αρχές του αιώνα, όταν βάδισαν το δρόμο της χειραφέτησής τους συγκρουόμενοι με το τουρκικό κράτος. Η ελληνική παρέμβαση στον χώρο του Καυκάσου έγινε μέσω της δράσης των πολυάριθμων ελληνικών πληθυσμών του Πόντου και των πολιτικών στόχων για δημιουργία δεύτερου ελληνικού κράτους στην περιοχή.
Οι σχέσεις μεταξύ των Ελλήνων και των Αρμενίων δεν ήταν πάντοτε καλές. Πολλές φορές πολέμησαν μαζί κατά του κοινού εχθρού αλλά υπήρχαν και φορές που συγκρούστηκαν με μεγάλη ένταση.
Οι Ελληνες της Αρμενίας
Μετά την κατάρρευση της τσαρικής Ρωσίας, τον Μάρτιο του 1917, δημιουργήθηκε στον Καύκασο η Αρμενική Δημοκρατία. Στα εδάφη της κατοικούσαν πολυάριμοι εληνικοί πληθυσμοί, κυρίως στις περιοχές Καρς και Αρνταχάν. Ο ελληνικός πληθυσμός οργανώθηκε στο “Εθνικό Συμβούλιο Ελλήνων” και αγωνίστηκε με κάθε τρόπο για την αυτονομία του και την υπεράσπιση των συμφερόντων του. Η κατάσταση που επικρατούσε στη νεαρή αυτή Δημοκρατία ήταν σχεδόν χαώδης. Οι επιδρομές των Τούρκων και το πλήθος των προσφύγων δημιουργούσε αξεπέραστες δυσκολίες. Ο ελληνικός πληθυσμός για να αντιμετωπίσει όλα αυτά τα προβλήματα συσπειρώθηκε γύρω από τις οργανώσεις του. Οπως προκύπτει από τα αρχεία του Εθνικού Συμβουλίου Ελλήνων της Αρμενίας, από παντού έφταναν διαμαρτυρίες των ελληνικών κοινοτήτων για την στάση της Αρμενικής κυβέρνησης. Το κύριο ζήτημα που αντιμετώπιζαν ήταν η αποτροπή της βίαιης επιστράτευσης. Η πίεση αυτή ενίσχυσε τις τάσεις μετανάστευσης που είχαν εμφανιστεί στον ελληνικό πληθυσμό.
Στις 14 Ιουλίου 1918 συγκλήθηκε στο Καρς το Α’ Συνέδριον των Ελλήνων της Αρμενικής Δημοκρατίας. Το Συνέδριο διαπίστωσε ότι ο ελληνικός πληθυσμός βρισκόταν τους 5 τελευταίους μήνες σε πόλεμο με οπλισμένες ομάδες Κούρδων. Δεν αποδέχθηκε την επιστράτευση που προωθούσε η αρμενική κυβέρνηση και απαιτούσε δικαιώματα αυτοδιοίκησης και διεύρυνση των δικαιωμάτων του Εθνικού Συμβουλίου.
Η προέλαση των Τούρκων, ως αποτέλεσμα της συνθήκης του Μπρέστ Λιτόφσκ μετέφερε σε άλλο σημείο το κέντρο βάρους. Άρχισε η φυγή των 70.000 Ελλήνων προς το Βορρά. Η αποχώρηση την περιοχή του Κυβερνείου του Καρς δεν έγινε παντού ομαλά. Σε μερικές περιοχές παρατηρήθηκαν, εκτός από τις συγκρούσεις με τα άτακτα σώματα των μουσουλμάνων και συγκρούσεις των ελληνικών και των αρμενικών δυνάμεων με αποκορύφωμα τα γεγονότα που έγιναν στο χωριό Καράκλησσέ. Η αφορμή δόθηκε από την απαίτηση των Αρμενίων για παραχώρηση αλόγων. Η άρνηση των Ελλήνων οδήγησε σε σκληρή μάχη με πολλά θύματα και από τις δύο πλευρές. Η κατάληψη του χωριού από τα αρμενικά στρατεύματα ακολουθήθηκε από σφαγή του εναπομείναντος πληθυσμού.
Οι δραματικές εξελίξεις με την προέλαση των Τούρκων, συνδυασμένες με την αδυναμία συνεννόησης των Ελλήνων και Αρμενίων για κοινή στρατιωτική δράση, όπως φάνηκε από το περιστατικό της Καρακλησέ, οδήγησε στη διάλυση την ελληνική στρατιωτική οργάνωση.

[Η προτεινόμενη ελληνο-αρμενική συνομοσπονδία. Το παραλιακό τμήμα του νέου κράτους θα περιλάμβανε τον ανατολικό Πόντο, ενώ ο δυτικός θα εντασσόταν στο υπό δημιουργία τουρκικό εθνικό κράτος. Η ρύθμιση αυτή σχεδιαζόταν να αλλάξει, προς όφελος των ελληνικών συμφερόντων και εις βάρος των τουρκικών, από τον βρετανικό παράγοντα την περιόδο που προηγήθηκε των εκλογών του Νοεμβρίου του '20 στην Ελλάδα και επανέφεραν στην εξουσία την παλιά φιλογερμανική παράταξη.]
Μετά τον πόλεμο!
Η ήττα των Κεντρικών Δυνάμεων το Νοέμβριο του 1918 αναζωπύρωσε τις ελπίδες των Αρμενίων και των Ελλήνων του Πόντου, για επίλυση του εθνικού ζητήματος. Οι ελληνοαρμενικές σχέσεις, εάν εξαιρέσουμε την περιοχή του Καρς, ήταν θαυμάσιες. Σε πολλά μέρη οι Ελληνες και οι Αρμένιοι τελούσαν από κοινού μνημόσυνα για τους “κατά τους διωγμούς του πολέμου διαρκούντος απολεσθέντων”. Στην Ευρώπη οργανώθηκαν κοινά ελληνοαρμενικά συλλαλητήρια “προς απελευθέρωσιν Ελλήνων και Αρμενίων Μικράς Ασίας”.
Το ποντιακό κίνημα έθεσε το ζήτημα της δημιουργίας ελληνικού κράτους στον Πόντο. Η Εθνοσυνέλευσις του Πόντου, η “Ανατολική Βουλή του Ελληνισμού” όπως αποκλήθηκε, αποφάσισε ότι “το συμφέρον της πατρίδος απαιτεί την οριστικήν αναγνώρισιν της ελευθερίας του Πόντου και την δημιουργία Ελληνικού ανεξαρτήτου κράτους”.
Άρχισε ο επίσημος διάλογος μεταξύ Ελλάδας και Αρμενίας για την αμοιβαία υποστήριξη των αιτημάτων στα συνέδρια της ειρήνης. Οι Αρμένιοι δήλωναν υποστήριξη στις ελληνικές διεκδικήσεις “επί της Κωνσταντινουπόλεως, Σμύρνης και βιλαετίου Τραπεζούντος”.
Πολύ σύντομα παρατηρήθηκε αλλαγή της στάσης και οι Αρμένιοι άρχισαν να διεκδικούν έξοδο του αρμενικού κράτους στον Εύξεινο Πόντο. Η διεκδίκηση της περιοχής Τραπεζούντας από τους Αρμενίους κατέστη πρόδηλος και η κίνηση των Ελλήνων του Πόντου για ανεξαρτησία θεωρήθηκε ότι συνιστούσε “διάθεσιν επιθετική κατά των Αρμενίων”. H επίσημη θέση της Ελλάδας στην αρχή του 1919 ήταν η υποστήριξη της ανεξαρτησίας της Αρμενίας συμπεριλαμβομένης της περιοχής Τραπεζούντας. Ο Βενιζέλος δήλωνε ότι συμφωνεί με την ενσωμάτωση του βιλαετίου Τραπεζούντας στο αρμενικό κράτος.
Οι δηλώσεις αυτές “έγιναν πρόξενοι αλγεινών εντυπώσεων εις Ποντίους”. Σφοδρή υπήρξε η αντίδραση των ποντιακών οργανώσεων στην τοποθέτηση αυτή. Oι οργανώσεις των Ελλήνων του Πόντου κατέκλυσαν το Υπουργείο Εξωτερικών της Ελλάδος με πλήθος καταγγελιών και τηλεγραφημάτων διαμαρτυρίας. Από τη Μασσαλία, το Λονδίνο, το Αλγέρι, τη Νέα Υόρκη, τη Νεβάδα, το Νιου Τζέρσεϋ κ.λπ. καταγγέλουν “την προβαλλόμενη ιδέα καθ’ ήν η πατρίς ημών φέρεται περιλαμβανομένη εντός μέλλοντος αρμενικού κράτους”. Διακήρυσσαν ότι “Ο Εύξεινος Πόντος υπήρξε πάντοτε χώρα ανεξάρτητος μέλλεται δε να ζήση εκ νέου ελεύθερος απαλασσόμενος της τουρκικής κυριαρχίας”.
Ως αποτέλεσμα των αντιδράσεων αυτών άλλαξε η πολιτική της ελληνικής κυβέρνησης. Επιλλέχθηκε η πολιτική της ενεργούς ανάμιξης στα πράγματα του Πόντου και του Καυκάσου και αποστάλθηκαν ο συνταγματάρχης Δ. Καθενιώτης και ο Ι. Σταυριδάκης στην περιοχή. Στα πλαίσια του ελληνικού στρατού άρχισε παράλληλα η συγκρότηση ποντιακών ταγμάτων με στόχο την αποστολή τους στον Πόντο.
Μετά την απόβαση του Κεμάλ στις 19 Μαϊου 1919 στη Σαμψούντα και τη συγκρότηση του τουρκικού εθνικιστικού στρατού, οι συγκρούσεις άρχισαν να πολλαπλασιάζονται. Οι άτακτες συμμορίες των Τούρκων ληστών και φυγόδικων νομιμοποιήθηκαν. Ο Χρύσανθος με υπόμνημά του προς τον Βρεττανό πρωθυπουργό ζήτησε ενίσχυση του ποντιακού κινήματος. Η γενικώτερη όμως στάση των συμμάχων ήταν αρνητική. Οι Τούρκοι φοβόνταν το ποντιακό κίνημα καθώς και την πιθανότητα ενίσχυσής του από την Ελλάδα. Στον Καύκασο άρχισαν μεγάλες συγκρούσεις με τους άτακτους μουσουλμάνους. Τα ελληνικά χωριά βρέθηκαν ξανά σε κίνδυνο. Οι Αρμενικοί πληθυσμοί αντιμετώπιζαν και πάλι τον κίνδυνο της γενοκτονίας λόγω της εξέγερσης των ντόπιων μουσουλμάνων.
Οι προτάσεις
Στην Ελλάδα απορρίφθηκε από την κυβέρνηση η αγωνιώδης πρόταση των Ποντίων για επέμβαση, την χρηματοδότηση της οποίας αναλάμβαναν οι ίδιοι.. Ο Ι. Σταυριδάκης με υπόμνημά του από την Τιφλίδα θεωρούσε ρεαλιστική και επιβεβλημένη την ελληνική επέμβαση στον Πόντο και πρότεινε την αποστολή ελληνικού στρατού στην περιοχή με στόχους την απελευθέρωση μιας “ελληνικής επαρχίας οία ο Πόντος”, την περικύκλωση του τουρκικού στρατού και την επιβεβαίωση του ρόλου της Ελλάδας στο χώρο της Υπερκαυκασίας.
Ο Ι. Σταυριδάκης θεωρούσε ότι η ιστορική συγκυρία προσέφερε μια μοναδική ευκαιρία στην Ελλάδα για να κατοχυρώσει τη θέση της στην περιοχή και να απελευθερώσει τον κατεχόμενο Πόντο.
Το Νοέμβριο του 1919 ο Σταυριδάκης τηλεγράφησε στην Αθήνα αναφέροντας ότι μόνο με τη στρατιωτική συνεργασία του ελληνικού και του αρμενικού στοιχείου μπορεί να αντιμετωπιστεί η κατάσταση. Μετέφερε προς την ελληνική κυβέρνηση την πρόταση του Υπατου Αρμοστή των συμμάχων στην Αρμενία συν/ρχη Χάσκελ, την αποστολή 10.000 τουφεκιών σημειώνοντας παράλληλα ότι η αρμενική κυβέρνηση αποδέχτηκε τον εξοπλισμό των ντόπιων Ελλήνων. Τα όπλα αυτά μεταφέρθηκαν με το πλοίο “Ελευθερία”. Τον ίδιο μήνα ο συν/χης Δ. Καθενιώτης πρότεινε στον Βρεττανό πρέσβυ στην Αθήνα να αποσταλεί στο Βατούμι το τάγμα Ποντίων που είχε δημιουργηθεί στα πλαίσια του ελληνικού στρατού. Τον Ιανουάριο επαναλαμβάνει τις προτάσεις του στο Βρεττανό Αρμοστή του Βατούμι για μια ελληνο-βρεττανική επέμβαση κατά των Τούρκων εθνικιστών και των μπολσεβίκων. Η πρόταση αυτή συναντά την άρνηση της βρεττανικής πλευράς.
Με αφορμή την Βρεττανική άρνηση, ο Ε. Βενιζέλος άλλαξε και πάλι άποψη για το ποντιακό ζήτημα και έσπευσε να δηλώσει: “…θεωρώ όλως απίθανον ότι θα ληφθεί περί τούτων (σ.τ.σ. των Ελλήνων του Πόντου) ειδική πρόνοια, πλην των γενικών εγγυήσεων, ως ζητούν να επιτύχουν υπέρ των ξένων εθνοτήτων, όσαι θα παραμείνωσιν υπό Τουρκικήν Κυριαρχίαν”.
Οι δηλώσεις του Ε. Βενιζέλου προκάλεσαν την άμεση αντίδραση των στελεχών του ποντιακού κινήματος. Ο μητροπολίτης Τραπεζούντας Χρύσανθος τον χαρακτήρισε ”απληροφόρητο στο ζήτημα του Πόντου“.
Ελληνο-αρμενική συνομοσπονδία.
Οι εξελίξεις αυτές οδήγησαν τους Πόντιους στο να υιοθετήσουν τη γραμμή της Αθήνας και να αντιμετωπίσουν ενιαία το ζήτημα Πόντου-Αρμενίας. Η γραμμή της ελληνικής κυβέρνησης ήταν να επιδιωχθεί πάσει θυσία συμφωνία με τους Αρμενίους. Στο πλαίσιο αυτό αποστάλθηκε βοήθεια στον αρμενικό στρατό.
O Χρύσανθος, εκπροσωπώντας τις ποντιακές οργανώσεις, πήγε πρώτα στην Τιφλίδα για συνομιλίες με τους Γεωργιανούς ηγέτες και κατόπιν στην αρμενική πρωτεύουσα Εριβάν. Εκεί, από τις 10 ως τις 16 Ιανουαρίου 1920, πήρε μέρος σε συνδιάσκεψη με την αρμενική κυβέρνηση. Η συμφωνία υπογράφηκε από τον Αρμένιο πρωθυπουργό Χατισιάν και τον Μητροπολίτη Χρύσανθο. Παράλληλα Αρμένιοι αξιωματικοί και ο συνταγματάρχης Καθενιώτης υπέγραψαν στρατιωτική συμφωνία. Η πολιτική συμφωνία πρόβλεπε ομοσπονδία Ελλήνων και Αρμενίων. Η στρατιωτική συμφωνία πρόβλεπε για τα ελληνικά στρατεύματα που επρόκειτο να επιβιβαστούν στην Τραπεζούντα, την προώθησή τους ως το Ερζερούμ με στόχο την προστασία του ελληνικού στοιχείου. Παράλληλα ο αρμενικός στρατός θα υπεράσπιζε τα σύνορα του Καυκάσου.
Τα δύο μέρη δεν κατάφεραν να συμφωνήσουν στις λεπτομέρειες. Οι Ελληνες πρότειναν συνομοσπονδία Πόντου-Αρμενίας με την εξής διατύπωση: “Ο Πόντος, ο οποίος συνίσταται εκ του βιλαετίου Τραπεζούντος, τον καζά Σαμψούντος, τον καζά της Αμασείας και τον καζά της Σινώπης, σχηματίζει με την Αρμενία μια Ποντιο-Αρμενική ομοσπονδία”. Οι Αρμένιοι από την πλευρά τους πρότειναν, με τις υπογραφές των Χατισιάν, Ζασουλιάν και Τσαρπασιάν την εισδοχή του Πόντου στο κρατικό συγκρότημα της Αρμενίας ως εξής: “Ο Πόντος εισέρχεται στο συγκρότημα της Αρμενικής Δημοκρατίας ως μία ομοσπονδιακή ενότης με ένα και μόνο στρατό, ένα ισχύον νόμισμα, με μία ταχυδρομική και τηλεγραφική υπηρεσία… με μία εξωτερική πολιτική και ένα μόνο κοινοβούλιο αφήνωντας στα εσωτερικά ζητήματα του Πόντου την ελευθερία να διοικήσουν με τα δικά τους όργανα”.

Ο Κ. Κωνσταντινίδης, ηγέτης του ποντιακού κινήματος και πρόεδρος του “Παμποντίου Συνεδρίου” της Μασσαλίας, κατάγγειλε τις δηλώσεις Αχαρονιάν, προέδρου της αποστολής της Αρμενικής Δημοκρατίας, για “την ανάγκην παραχωρήσεως εξόδου εις την θάλασσα, από Τριπόλεως μέχρι και Χόπας”. Αφού επανέλαβε ότι “Ιστορικώς και εθνολογικώς τα εν λόγω εδάφη είναι ελληνικά” καταγγειλε τον Αχαρονιάν ότι αγνοούσε την συμφωνία ποντιο-αρμενικής ομοσπονδίας, ότι αποκήρυσσε με τον τρόπο αυτό “την εχέφρονα πολιτικήν της συμπράξεως των δύο εθνών” και ότι διακατέχεται από “πνεύμα Ιμπεριαλιστικής επεκτάσεως εις βάρος γείτονος έθνους”
Το γεγονός της διαφορετικής αντίληψης περί συμφερόντων του κάθε έθνους και της αμοιβαίας καχυποψίας που επικρατεί απομακρύνει τις δύο πλευρές. Ο Βενιζέλος, παρ’ ότι επαναλάμβανε ότι “Δεν θα εδυσαρεστούμην εάν επρόκειτο να συνδεθεί ο Πόντος με την Αρμενία” άλλαξε άποψη κάτω από το φως των νέων δεδομένων στο χώρο του Πόντου. Ο συν/χης Δ. Καθενιώτης κατάθεσε την τελική του έκθεση με την οποία πρότεινε τη στρατιωτική επέμβαση του ελληνικού στρατού στον Πόντο με στρατηγικό στόχο τη δημιουργία ελληνικού κράτους και την αποκοπή του δρόμου επικοινωνίας Τούρκων- μπολσεβίκων.
Ζητούσε επίσης από τις ελληνικές στρατιωτικές ομάδες του Καυκάσου να είναι έτοιμες για εκστρατεία στον Πόντο. Στην έκθεση Καθενιώτη διατυπώθηκαν οι εξής σκέψεις:
” Εχομεν λοιπόν άμεσον συμφέρον και δια την ίδρυσιν του Αρμενικού Κράτους και δια το της Κιλικίας. Αλλ’ εκείνο, όπερ θα μας εξησφάλιζε ριζικώτερον, είναι η σύμπηξις ενός Κράτους του Πόντου, το οποίον φυσικά θα εκανόνιζε την εκάστοτε στάσιν του με τας υποδείξεις των Αθηνών…”
Ο Ε. Βενιζέλος ανακοίνωσε στον Λόϋνδ Τζωρτζ το σχέδιο του για επέμβαση στον Πόντο με στόχο τη δημιουργία ελληνικού κράτους. Όμως στις 14 Νοεμβρίου 1920 ο Βενιζέλος έχασε τις εκλογές. Τον Δεκέμβριο οι Τούρκοι νίκησαν τον αρμενικό στρατό, με την αμέριστη υποστήριξη των μπολσεβίκων που επεκτείνονταν προς το νότο και κατέλυαν τις Δημοκρατίες του Καυκάσου. H ήττα του ελληνικού στρατού στην Μικρά Ασία τον Αύγουστο του 1922 επικύρωσε την κυριαρχία των Τούρκων στον χώρο.

Βλάσης Αγτζίδης

Πέμπτη 16 Ιουνίου 2011

Με οικολογική καταστροφή κινδυνεύει ο Εύξεινος Πόντος

Το υπό κατάρρευση φράγμα που απειλεί με οικολογική καταστροφή την περιοχή της Κιουτάχειας και τον Εύξεινο ΠόντοΗ κατάρρευση του προστατευτικού φράγματος στο οποίο υπάρχουν 20 εκατομμύρια κυβικά μέτρα ύδατος που περιέχει κυάνιο, κατάλοιπο της επεξεργασίας χρυσού που εξορύσσεται στην περιοχή της Κιουτάχειας, από την εταιρεία ETİ Gümüş A।Ş।, εκτός του ότι θέτει σε κίνδυνο την περιοχή της Κιουτάχειας και του Εσκίσεχιρ, απειλεί να μολύνει τη θάλασσα του Ευξείνου Πόντου, μέσω των υδάτων του Σαγγάριου, που αναμένεται να μολυνθεί κι αυτός από τα νερά του φράγματος।Να σημειωθεί ότι σε περίπτωση που καταρρεύσει ολοκληρωτικά το προστατευτικό φράγμα η οικολογική καταστροφή θα είναι τεράστια και κατά 25 φορές μεγαλύτερη από την καταστροφή που προκάλεσε κατάρρευση αντίστοιχου φράγματος στην Ουγγαρία, από την οποία υπέστη τεράστια καταστροφή ο πανίδα του Δούναβη.Μηχανικοί περιβάλλοντος αναφέρουν ότι σε περίπτωση που διαχυθούν τα μολυσμένα ύδατα στην περιοχή, θα μολυνθούν τα υπόγεια ύδατα, με αποτέλεσμα να οδηγηθεί στο θάνατο και η γεωργική παραγωγή σε μια εκτεταμένη περιοχή.Πηγή: ΙΝΤΕΡΝΕΤ ΧΑΜΠΕΡ

Αθήνα: «Ημερολόγιο για την εκδίωξη των Ελλήνων» από το Ερζερούμ το 1916

Η εκδίωξη το 1916 των Ελλήνων από την τουρκική πόλη Ερζερούμ, την αρχαία Θεοδοσιούπολη, ξαναζωντανεύει μέσα από ένα ημερολόγιο που δίνεται τώρα στη δημοσιότητα με τίτλο "Ερζερούμ 1916" (εκδόσεις Αρμός ) και σχόλια του Γιώργου Σιγαλού, που έλκει την καταγωγή του από εκείνα τα μέρη।

Είναι οι προσωπικές σημειώσεις του εμπόρου-παντοπώλη Δημήτρη Αυγερινού, ο οποίος καταγράφει την προσωπική του ιστορία και την πορεία 60 Ρωμιών οικογενειών- των τελευταίων βυζαντινών της περιοχής- οι οποίες οικογένειες ειδοποιήθηκαν ένα πρωί του Γενάρη από τις τουρκικές αρχές να μαζέψουν τα πράγματά τους και να φύγουν με δικά τους μεταφορικά μέσα για την Αργυρούπολη του Πόντου, το τουρκικό Κιμισχανά. Πρόκειται για ένα μοναδικό ντοκουμέντο ρωμιοσύνης, που γράφτηκε εν θερμώ, ενώ τα κατακλυσμικά γεγονότα εξελίσσονταν.Πριν από την παράθεση του ημερολογίου, που το φύλαγε χρόνια ένας Έλληνας εγκατεστημένος στις ΗΠΑ, συγγενής του Αυγερινού και δόθηκε στον συγγραφέα, υπάρχουν εισαγωγικά σχόλια που βάζουν τον αναγνώστη στην ιστορία:Το επαναστατικό καθεστώς του Κεμάλ Ατατούρκ, με βάσει το δόγμα ότι όλες οι εθνότητες συνωμοτούσαν για να διαλύσουν την Τουρκία , αποφάσισε την απέλαση των Ελλήνων από την περιοχή του Πόντου, με πρόσχημα την επικείμενη κατάληψη της περιοχής από τους Ρώσους, για τους οποίους οι Ρωμιοί ένοιωθαν φιλικά αισθήματα.Μάζες Τούρκων και Λαζών, καθώς έφευγαν για να μην πέσουν στα χέρια των επίλεκτων Κοζάκων, επιδίδονταν σε πλιάτσικο, βιασμούς και φόνους. Μόνο στην περιφέρεια Χαλδείας λεηλατήθηκαν 32 χωριά και σκοτώθηκαν 157 Έλληνες.Στο τέλος του 1918, όταν οι Μπολσεβίκοι είχαν ανατρέψει τον Τσάρο, με αποτέλεσμα να υποχωρήσουν οι Ρώσοι, και με το νέο δεδομένο ότι ο το καθεστώς είχε στηρίξει το κίνημα του Κεμάλ, ήρθε η συμφορά: από τις 145 ελληνικές κοινότητες με 76.000 κατοίκους πάνω από 65.000 είτε αποχώρησαν με τους ρώσους, είτε απελάθηκαν στο εσωτερικό, είτε σκοτώθηκαν. Μετέπειτα, οι συμπεριφορά των Τούρκων ήταν τυραννική. Τουλάχιστον άλλοι 35.000 απελάθηκαν από τα χωριά της Κερασούντας με τους πρόσφυγες να καταδικάζονται στον δι΄ ασιτίας θάνατο. "Κάποιοι έφθασαν στο σημείο να τρώνε ακόμη και τα τσαρούχια τους" αναφέρει ο συγγραφέας…Το ημερολόγιο ξεκινά τα ξημερώματα της 4ης Ιανουαρίου του 1916 όταν στο σπίτι του Αυγερινού χτυπούσαν την πόρτα: "άνοιξα και βλέπω αστυνόμους οίτινες μου λέγουν αυτολεξί … σε μισή ώρα θα εγκαταλείψετε την πόλη … Ανέβηκα εις το δωμάτιον του κοιτώνος … Εφανταζόμουν το θάνατον προσεχέστατον… Ήλθε ο Μιλτιάδης , η Μοίρα με κοπετούς και θρήνους, ένας κλαίει απ΄ εδώ άλλος από κει και εν συνόλω μία σκηνή κηδείας …".Ακολουθούν καταγραφές για την εξαήμερη πορεία μέσα από τα όρη με υψόμετρο πάνω από τα 2.000 μέτρα σε απόσταση 180 χιλιομέτρων και το ημερολόγιο τελειώνει όταν έφθασαν στην Αργυρούπολη και ο Αυγερινός κρύφτηκε. Τελικά, επειδή είχε ρωσική υπηκοότητα ,κατέφυγε στο Αικατερινοντάρ όπου πέθανε σε ηλικία μόλις 28 ετών. Η οικογένειά του ήλθε στην Ελλάδα , χωρίς ποτέ να λησμονεί.Ένα ημερολόγιο μνήμης για το μαρτυρολόγιο του ελληνισμού που εκδιώχθηκε από τόπους αρχέγονους .Κώστας Μαρδάς

Σάββατο 20 Νοεμβρίου 2010

Ο Ποντιακός Πολιτισμός

Ο Ποντιακός Πολιτισμός

Βυζαντινή τοιχογραφία στην εκκλησία της Αγίας Σοφίας στην Τραπεζούντα

Ολοι οι πολιτισμοί του πλανήτη μας θεμελιώθηκαν σε τέσσερις παράγοντες: στη σκέψη, στη γλώσσα (την ομιλία - επικοινωνία), στην παραγωγή της τροφής και στην κοινωνική οργάνωση. Δε θα αναπτύξω το θέμα μου ιστορικά, γιατί ο Ποντιακός Πολιτισμός δεν κινδυνεύει ως ιστορική κατηγορία ούτε ως σύνολο συγκεκριμένων πληροφοριών, γιατί αυτά έχουν καταγραφεί, έτσι κι αλλιώς όχι μόνο σε πολυάριθμες ειδικές μελέτες, αλλά και στην ίδια τη συνείδηση του Ποντιακού Ελληνισμού. Κι αυτό σημαίνει πως για να αμφισβητήσεις τον Ποντιακό Πολιτισμό είναι σαν να αμφισβητείς τον Ποντιακό Ελληνισμό. Γιατί συμβαίνει με τους Ποντίους αυτό που πολύ σπάνια το συναντάς: τα πράγματα, οι ήχοι, τα χρώματα, οι μελωδίες, οι λέξεις, οι μυρωδιές να ταυτίζονται με τους ανθρώπους. Ετσι δεν μπορείς να αμφισβητήσεις μόνο το ένα από τα δύο.

Θα αναφερθώ, με επιγραμματικό τρόπο στις προσπάθειες των ίδιων των Ποντίων για να επιζήσει ο Πολιτισμός τους, να επιζήσουν αυτοί οι ίδιοι ως πολιτιστική οντότητα κάτω από τους λεβέντικους και νοσταλγικούς μαζί ήχους του Ελματσούκ, του Εταίρε, του Κοτς, του Τερς και του πανάρχαιου Πυρρίχιου και μιλώντας στους κλειστούς κύκλους τους την ποντιακή γλώσσα.

Τα βασικά στοιχεία που χαρακτηρίζουν τον Ποντιακό Πολιτισμό ως ιδιαίτερη ιστορική και ανθρωπολογική οντότητα είναι τρία: Το Περιβάλλον, τα Πράγματα (φαγητό, ενδυμασία κλπ.) και η Γλώσσα.

Το Περιβάλλον: και ως φυσικό και ως ανθρωπογενές. Το φυσικό ως σύνολο γεωγραφικών στοιχείων και το ανθρωπογενές όχι μόνο ως σύνολο κατασκευών, αλλά και ως ένα απαράβατο πλέγμα παραγωγικών και κοινωνικών σχέσεων. Το φυσικό μέρος αυτού του στοιχείου, που έχει επηρεάσει και τα άλλα δύο στοιχεία του Ποντιακού Πολιτισμού (Πράγματα και Γλώσσα) μετά τη γενοκτονία δεν είναι δυνατό, όπως καταλαβαίνετε, να συντηρηθεί, να διασωθεί ως συγκεκριμένο αντικειμενικό στοιχείο. Υπάρχει μόνο εκεί που το άφησαν οι πρόγονοι, στον Πόντο. Και όπως είπε και ο Ρίτσος «αυτό το χώμα είναι δικό μας και δικό σας, δεν μπορεί κανείς να μας το πάρει». Και φυσικά διασώζεται αναλλοίωτο μέσα στη μνήμη αυτών που το έζησαν. Αυτών που γεννήθηκαν και μεγάλωσαν μέσα σ' αυτό και δεν έχουν χαθεί βίαια ή δεν έχουν πεθάνει με την έντονη νοσταλγία να ξαναγυρίσουν σ' αυτό. Αυτό που ούτε οι δηλώσεις ούτε οι πολιτικές μπορούν να το αλλοιώσουν. Μπορεί οι γενοκτόνοι να αφάνισαν ζωές, να έπνιξαν μέσα στο αίμα όνειρα και ελπίδες για τη ζωή, το Φυσικό Περιβάλλον, όπου γεννήθηκε ο Ποντιακός Πολιτισμός, θα παραμένει εκεί να μας θυμίζει και οι προσκυνητές ή οι τουρίστες να το φωτογραφίζουν και να το περιγράφουν στους άλλους. Αυτό εξάλλου ταυτίζεται με το Παρελθόν, που όπως και αν το περιγράψει κανείς, από όποια γωνιά κι αν το φωτογραφίσει, θα μένει πάντα αναλλοίωτο.

Και από τα ανθρωπογενή στοιχεία του Περιβάλλοντος όμως, έχουν απομείνει πολλά. Σπίτια, γεφύρια, μοναστήρια, εκκλησιές, άλλα όρθια εκεί που τα άφησαν εκείνοι κι άλλα μισογκρεμισμένα για να μαρτυρούν ό,τι μέσα σ' αυτά έλαβε χώρα: η δουλιά, ο έρωτας, ο θάνατος και ό,τι από αυτά προέκυπτε, ως ζωή, ως πράγμα, ως μνημόσυνο, ως αντικειμενική συνθήκη της ύπαρξής τους, όπως θα έλεγε και ο Κ. Μαρξ.

Τα Πράγματα: Αυτά πρέπει να τα διακρίνουμε σε δυο μεγάλες κατηγορίες: στα πράγματα της δουλιάς και στα πράγματα της καθημερινότητας. Τα πρώτα λέγονται κι αλλιώς, μέσα παραγωγής. Από το μολύβι του λογιστή που έγραφε μέσα σε μεγάλα κατάστιχα τα τσουβάλια με τα φουντούκια που έπαιρναν το δρόμο της αγοράς και τους σχετικούς λογαριασμούς μέχρι το σκαλιστήρι του προλετάριου, το αλέτρι του γεωργού. Από αυτά λίγα έχουν διασωθεί και βρίσκονται τώρα σε λαογραφικές συλλογές και σε λαογραφικά μουσεία. Δυστυχώς όμως, όλα αυτά εκτίθενται με ένα τρόπο που δεν αποκαλύπτουν την ταξική τους προέλευση όπως έπρεπε να το κάνουν. Και έτσι δε μας λένε την αλήθεια. Δε μας λένε δηλαδή πως και η παραδοσιακή ποντιακή κοινωνία είχε και αυτούς που εμπορεύονταν φουντούκια, αλλά και αυτούς που είχαν σαν βιος τους μόνο το σκαλιστήρι. Δε μας λένε, με άλλα λόγια, πως και εκείνη η κοινωνία είχε και τους εργάτες και τα αφεντικά. Και πώς ο Πολιτισμός στο βαθμό που ταυτίζεται με την Ιστορία είναι το προϊόν της σύγκρουσης αυτών των δυο.

Αν θέλουμε να μιλήσουμε με ειλικρίνεια για έναν πολιτισμό, όποιος και αν είναι αυτός, πρέπει να το λέμε κι αυτό. Γιατί μόνο έτσι θα μπορέσουμε να εντοπίσουμε και να ερμηνεύσουμε τις εσωτερικές του διαφορές, αλλά και να κατανοήσουμε το λόγο της διάρκειάς του. Τη σημασία της επιβίωσής του από την ιστορική άποψη και όχι απλώς τη συναισθηματική.

Τα δεύτερα, τα πράγματα της καθημερινότητας, είναι όλα εκείνα που βρίσκονται έξω από τη δουλειά. Μακριά από το μολύβι του λογιστή, τα φουντούκια του έμπορα και το σκαλιστήρι του προλετάριου. Μακριά, κατά κάποιον τρόπο από την οικονομική βάση του Ποντιακού Πολιτισμού. Είναι όλα εκείνα που σχετίζονται με το κορμί μας και με την ψυχή μας. Αυτά που βάζουμε επάνω στο σώμα μας και στο τραπέζι μας και κείνα που αποθέτουμε στο εικονοστάσι ή στη βιβλιοθήκη μας: σερβίτσια, ρούχα, κεντήματα, εικόνες, θυμιατά, ζωγραφιές, κοσμήματα, βιβλία, και, φυσικά, μαζί μ' αυτά, τα τραγούδια, τα παραμύθια, οι παροιμίες, τα αινίγματα, τα νανουρίσματα και τα μοιρολόγια. Ο,τι, τελικά, συνόδευε τις νεκρώσιμες και τις αναστάσιμες στιγμές της ζωής: τους γάμους, τη γέννα, τα βαφτίσια, τα γλέντια, το θάνατο, τις κηδείες. Και απ' αυτά πολλά έχουν σωθεί και πιο πολλά έχουν καταγραφεί. Αλλα στα σπίτια, των απογόνων, άλλα στις συλλογές και τα μουσεία, και άλλα μέσα σε βιβλία πολύτιμα, που έγραψαν αξιόλογοι και ακάματοι ερευνητές του Ποντιακού Πολιτισμού.

Η γλώσσα: Οι παλαιοανθρωπολόγοι, βασισμένοι στις προτάσεις της εξελικτικής θεωρίας πιστεύουν ότι ο άνθρωπος ξεχώρισε ως είδος από τους δυο άλλους συγγενείς του, το γορίλα και τον χιμπατζή από τότε που άρχισε να μιλάει, και να επικοινωνεί. Δηλαδή, πριν από 7 εκατομμύρια χρόνια. Κι αυτό σημαίνει πως η γλώσσα χαρακτηρίζει τον άνθρωπο ως άνθρωπο. Και όσο αυτός κάτω από την επίδραση του ενός ή του άλλου περιβάλλοντος αναγκάζεται να αντιμετωπίσει προβλήματα που σχετίζονται με την επιβίωσή του αποκτάει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του, αυτά που τον ξεχωρίζουν από τους άλλους, όχι φυλετικά. Και ένα από αυτά, ίσως το πιο σημαντικό είναι η γλώσσα. Μέσα σ' αυτήν αντανακλάται όλη του η προσπάθειά να δαμάσει και να οργανώσει το Περιβάλλον. Να οργανώσει, επίσης, την παραγωγή των Πραγμάτων και, τέλος, να θεσμοποιήσει την οργάνωση των κοινωνικών του σχέσεων. Κι αυτό σημαίνει πως η μελέτη της γλώσσας είναι ουσιαστικά μελέτη του πολιτισμού. Μελέτη της σκέψης και της ψυχής. Γι' αυτό και η μελέτη της ποντιακής γλώσσας δεν αποτελεί μια σχολαστική, γλωσσολογική δραστηριότητα, αλλά μια πολυεπίπεδη ανθρωπολογική προσέγγιση του Ποντιακού Πολιτισμού.

Το ερώτημα είναι, τι ακριβώς κάνουν οι Πόντιοι για να κρατήσουν ζωντανό τον πολιτισμό τους. Οι ειδικοί επιστήμονες τον μελετούν. Οι απλοί άνθρωποι τον ζουν μέσα από τα τραγούδια, τους ήχους του κεμεντζέ και την ένταση του χορού. Ιδρύουν συλλόγους, θεατρικά και μουσικά συγκροτήματα, οργανώνουν λαογραφικές συλλογές, πανηγυρίζουν, προσεύχονται στην Παναγία της Σουμελά, μαγειρεύουν χαβίτς, πλουγούρ, χασίλ λαβάσια, φελιά, φούστρον, χαψία, καρτόφια. Οσο για τους πόντιους πολιτικούς και το υπουργείο Πολιτισμού, δεν αντιμετωπίζουν τον Ποντιακό Πολιτισμό και ως μια πολύτιμη ιδεολογική πλατφόρμα, πάνω στην οποία θα μπορούσε να αναπτυχθούν τα θεωρητικά επιχειρήματα για μια πάλη ενάντια στην Παγκοσμιοποίηση, ενάντια στον Ιμπεριαλισμό (Eduard Said). Οχι. Αυτοί παρακολουθούν τον Ποντιακό Πολιτισμό σαν ένα φολκλορικό φαινόμενο και σαν ένα εύκολο τρόπο να μαζεύουν ψήφους χορεύοντας και υποσχόμενοι!


Γιώργος ΧΟΥΡΜΟΥΖΙΑΔΗΣ
Ομότιμος καθηγητής του ΑΠΘ, βουλευτής του ΚΚΕ

ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΠΟΥ ΟΔΗΓΗΣΑΝ ΣΤΙς ΠΡΟΥΠΟΘΕΣΕΙς ΓΙΑ ΑΥΤΟΝΟΜΙΑ

Τον Μάιο του 1916 υπογράφτηκε μεταξύ των «Συμμάχων» το πρωτόκολλο της Πετρούπολης. Η συμφωνία προέβλεπε ότι η περιοχή της Οθωμανικής αυτοκρατορίας θα διαχωριζόταν σε δύο τμήματα, το βόρειο τμήμα θα παραχωρηθεί στη Ρωσία και το νότιο τμήμα στην Αγγλία και στη Γαλλία. Στη συνέχεια οι συμφωνίες συνεχίστηκαν από το μπλοκ των «Συμμάχων» με σκοπό την ένταξη και άλλων δυνάμεων στο «συμμαχικό» μπλόκ. Όταν τον Απρίλιο του 1916 τα ρωσικά στρατεύματα κατάλαβαν την Τραπεζούντα, ήλθαν μαζί και οι δυο Ρώσοι στρατηγοί Γιουντένιτς και Λιάχωβ, οι οποίοι ανέθεσαν τη διοίκηση προσωρινά στο Μητροπολίτη Χρύσανθο. Το ζήτημα είναι ότι οι Πόντιοι της περιφέρειας προσπάθησαν να διασώσουν την κοινοτική αυτονομία την οποία είχαν και στο παρελθόν. Έτσι όλοι στον Πόντο πίστευαν με την έναρξη της νέας περιόδου ότι θα ιδρύσουν ένα είδος αυτόνομου Ελληνο-μουσουλμανικού Κράτους. Ο Χρύσανθος προσπάθησε να διαφυλάξει τη ζωή την τιμή και τις περιουσίες των Τούρκων. Κατά τη διάρκεια της διετίας συγκροτήθηκαν Ελληνο-μουσουλμανική τοπική αυτοδιοίκηση, οικονομικό επιμελητήριο, ελληνο-μουσουλμανική χωροφυλακή, το ίδιο ίσχυε και στη δικαιοσύνη, ενώ στο δυτικό Πόντο οι Τούρκοι προχωρούσαν χωρίς ενδοιασμούς και αναστολές στην εφαρμογή του προγράμματος της εθνοκάθαρσης.

Όμως όταν κηρύχθηκε τον Οκτώβριο του 1917 η επανάσταση στη Ρωσία αντιστράφηκαν οι συσχετισμοί στην περιοχή. Δηλαδή άρχισε να κρίνεται η εξέλιξη του πολέμου με την ανακωχή του Μούδρου στις 30 Οκτωβρίου του 1918 και τα «14 σημεία» του Αμερικανού προέδρου Ουίλσον και πιο συγκεκριμένα το άρθρο 12 που αφορούσε αποκλειστικά τις μειονότητες της Ανατολής ως ένα βαθμό της ενθάρρυνε. Αλλά και η συνθήκη του Μπρέστ-Λιτόφσκ που τερμάτιζε τον πόλεμο του ανατολικού μετώπου καθόρισε την τύχη των Ποντίων.

Ακριβώς εκείνη την περίοδο ο μεγαλοεπιχειρηματίας Κωνσταντίνος Κωνσταντινίδης, γιος του πρώην Δημάρχου της Κερασούντας Καπετάν Γιώργη που ζούσε στη Γαλλία από πολλά χρόνια, καταβάλει προσπάθεια να κινητοποιήσει όλους τους απανταχού Πόντιους για τη διατήρηση της Αυτόνομης Δημοκρατίας και να επηρεάσει θετικά, κάνοντας έκκληση στις Δυνάμεις της Συνεννοήσεως, υπέρ ενός ανεξάρτητου Ποντιακού Κράτους. Ευθύς εξαρχής όμως ο Ελευθέριος Βενιζέλος ήταν αντίθετος με όλη αυτή τη προσπάθεια που πήγαινε να κάνει. Ο Κωνσταντινίδης στη Μασσαλία διοργανώνει Παμποντιακό Συνέδριο τον Ιανουάριο του 1918 και εκπροσωπήθηκαν οι Ποντιακοί πληθυσμοί Ευρώπης - εκτός από Ρωσία - , Αμερικής και Τουρκίας. Το Συνέδριο αποφάσισε υπό την προεδρία του Κωνσταντινίδη να στείλει μια επιστολή προς τον τότε Επίτροπο επί των Εξωτερικών της Σοβιετικής Ρωσίας Τρότσκι, με την παράκληση να συνηγορήσει υπέρ του δικαιώματος των Ποντίων για να αναγνωριστεί το δικαίωμα αυτοδιάθεσης τους μετά την αποχώρηση των Ρωσικών στρατευμάτων από τον Πόντο και για να μην επανέλθουν ξανά υπό τη τουρκική κυριαρχία. Αυτή η κίνηση με την επιστολή δεν πολύ άρεσε στο Υπουργείο Εξωτερικών της Γαλλίας. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος αμέσως στέλνει ένα υπόμνημα προς τον υπουργό Εξωτερικών της Γαλλίας και ζήτα εγγυήσεις για την ασφάλεια των Ρωμιών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ακολουθεί ένα δεύτερο συνέδριο στη Μασσαλία που εξουσιοδοτεί τον Κωνσταντίνο Κωνσταντινίδη να βρει λύση στο εθνικό πρόβλημα.

Κατά την ανακωχή η Ελληνική κυβέρνηση έστειλε επιτροπές για να εξετάσει την κατάσταση των Ποντίων. Οι επιτροπές περιθάλψεως, υπό τον Ι. Ζερβό, Ν. Καζαντζάκη, Αντ/χη Πολεμαρχάκη, Επιτροπή Ερυθρού Σταυρού υπό τον Θρ. Πετμεζά και άλλοι, υπέβαλαν εκθέσεις προς την Ελληνική κυβέρνηση μετά την επίσκεψη τους στον Πόντου και στη νότια Ρωσία σχετικά με την κατάσταση του Ποντιακού πληθυσμού. Τον Ιανουάριο του 1919 ο Μητροπολίτης Νικοπόλεως και Κολωνίας Γερβάσιος Σουμελίδης ζητάει με μια επιστολή να σταλεί στρατός στον Πόντο απευθυνόμενος προς τον πρόεδρο του Συλλόγου «Ελεύθερος Πόντος» Θεσσαλονίκης. Η διοργάνωση του Ποντιακού αντάρτικου είχε πάρει σοβαρές διαστάσεις για την κυβέρνηση της Πόλης. Η κυβέρνηση της Πόλης φοβόταν πολύ από τις Δυνάμεις Συνεννοήσεως μην τυχόν και κάνουν ανοικτή στρατιωτική επέμβαση στον Πόντο, διότι το άρθρο 7 της ανακωχής του Μούδρου προέβλεπε τη δυνατότητα στρατιωτικής επέμβασης σε οποιοδήποτε πρώην έδαφος της Οθωμανικής αυτοκρατορίας σε περίπτωση που θα κρινόταν αναγκαίο. Με την αποχώρηση των ρωσικών στρατευμάτων δημιουργήθηκε στην περιοχή του Πόντου ένα κενό και δεν υπήρχε δυνατότητα να διασφαλιστεί η ειρήνη χωρίς την παρουσία των Μεγάλων Δυνάμεων. Έτσι όπως είχε διαμορφωθεί η κατάσταση η Ποντιακή Δημοκρατία ήταν πολύ αδύναμη και ευάλωτη για άμεση αποσταθεροποίηση.

Προφανώς οι Μητροπολίτες και οι άλλοι ηγέτες των Ποντίων σύντομα αντιλήφθηκαν τον κίνδυνο που καραδοκούσε και ζητούσαν διπλωματική και στρατιωτική υποστήριξη από το Ελλαδικό κράτος. Προφανώς για να αποφύγει τη στρατιωτική επέμβαση η κεντρική κυβέρνηση της Πόλης, ξαφνικά ανακάλυψε την αναγκαιότητα του γενικού επιθεωρητού με σκοπό να στείλει ένα πρόσωπο που θα μπορέσει να βάλει τάξη στην περιοχή του Πόντου. Αυτό το πρόσωπο που ανέλαβε τα καθήκοντα του γενικού επιθεωρητού ήταν ο Κεμάλ. Δυο μέρες πριν φτάσει ο Κεμάλ στην Αμισό, 100 Ινδοί στρατιώτες και 580 Πόντιοι πρόσφυγες έφτασαν στον Πόντο από το Νοβοροσίσκ. Και τέσσερις μέρες πριν φτάσει ο Κεμάλ στην Αμισό έκανε απόβαση ο Ελληνικός στρατός στη Σμύρνη.

Τα πράγματα δυσκόλευσαν ακόμη περισσότερο για τους απροστάτευτους Ρωμιούς στην Ανατολή. Οι Νεότουρκοι και αυτοί που ακολούθησαν τον Κεμάλ, την ανακωχή του Μούδρου κάπως την αποδέχτηκαν γιατί πίστευαν ενδόμυχα ότι κάποια στιγμή οι κηδεμόνες τους θα αποχωρήσουν. Ενώ με την Ελληνική απόβαση αλλάζουν τα δεδομένα για αυτούς. Ο Κεμάλ ζητάει από το Στρατηγό Καράμπεκιρ να εξοπλίσουν τα τουρκικά χωριά του Πόντου επωφελούμενοι από τη χωροφυλακή. Εκμεταλλευόμενος την ανάγκη του Κεμάλ για να συγκροτήσει αντάρτικο (Τσέτες) εμφανίζεται στο προσκήνιο επίσημα πια ο Τόπαλ Οσμάν. Εν τω μεταξύ εντείνεται ο διπλωματικός πυρετός στο εξωτερικό λαμβάνοντας υπόψη όμως τις νέες ισορροπίες που διαμορφώνονται στο εσωτερικό.

Βέβαια ο Βενιζέλος επιθυμούσε να συνδέσει τα εμπορικά κέντρα που είχαν δημιουργηθεί από τους Ρωμιούς της Ανατολής απευθείας με την Ελλάδα. Όταν είχε θέσει αίτημα τον Νοέμβριο του 1918 με ένα υπόμνημα του ο Βενιζέλος στον Lloyd George αναφερόταν μόνο για τα δυτικά παράλια της Ανατολής καμιά μνεία για τον Πόντο. Εν τω μεταξύ ακολούθησαν Παμποντιακά συνέδρια αντιπροσωπευτικά στο Βατούμ. Το Δεκέμβριο του 1919 το συνέδριο στο Βατούμ μετονομάστηκε Εθνικό Συμβούλιο του Πόντου και πρόεδρος εξελέγη ο Βασίλειος Ιωαννίδης. Το Εθνικό Συμβούλιο του Πόντου παρακολουθούσε από κοντά τις συνεδριάσεις του Παρισιού και βρισκόταν σε συντονισμό μεταξύ Αθήνας και Πόλης. Στο Παρίσι όμως όταν άρχισαν οι διαπραγματεύσεις ο Πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος αποδέχτηκε την προσάρτηση του βιλαετίου Τραπεζούντας στην Αρμενία. Το ίδιο έπραξε και το Οικουμενικό Πατριαρχείο αποδεχόμενο την πρόταση του Αρμενικού Πατριαρχείου. Τότε όλες οι Ποντιακές οργανώσεις διαμαρτυρήθηκαν έντονα ως προς το ζήτημα αυτό. Τότε οι Αρμένιοι επέμεναν ότι θέλουν την Τραπεζούντα ως διέξοδο προς τη θάλασσα. Οι Πόντιοι για να ανατρέψουν την πολιτική απόφαση του Βενιζέλου ως προς το ζήτημα της Τραπεζούντας του πρότειναν μέσω του Μητροπολίτη Χρύσανθο Φιλιππίδη για Ελληνό-μουσουλμανική σύμπραξη στο Πόντο. Ο Βενιζέλος αποδέχτηκε την πρόταση με την προϋπόθεση όμως ότι θα αναλάβει την αμυντική θωράκιση και οργάνωση του Πόντου, και ανέθεσε την υπόθεση στον έμπιστο του Συνταγματάρχη Καθενιώτη.

Παράλληλα ο Μητροπολίτης Χρύσανθος ήλθε σε επαφή με τους ηγέτες των κρατών της Αντάντ με σκοπό να τους ενημερώσει για τα δίκαια αιτήματα. Παρ' όλες τις υποσχέσεις των Μεγάλων Δυνάμεων καμιά από αυτές δεν ανέλαβε να συμπληρώσει το κενό που υπήρξε στον Πόντο μετά την αποχώρηση των ρωσικών στρατευμάτων. Διότι η Δημοκρατία του Πόντου χωρίς τη στρατιωτική υποστήριξη δεν ήταν δυνατόν να είναι βιώσιμη. Να σημειώσουμε σε κάποια φάση, οι Βρετανοί και οι Αμερικανοί αντιπρόσωποι αποδέχτηκαν να συμπεριληφθούν το βιλαέτι της Τραπεζούντας και Αργυρούπολη στην Αρμενία, και τα άλλα δύο Σαμψούντα και Λαζιστάν θα παραχωρούνταν στην Τουρκία και Γεωργία αντίστοιχα.

Η θέση του Βενιζέλου ευθύς εξαρχής ήταν ότι αποδέχτηκε την προσάρτηση της Τραπεζούντας στην Αρμενία. Άλλωστε το είχε δηλώσει ο Βενιζέλος ότι δεν είχε τη δυνατότητα να προστατεύσει τέτοιου είδους μικρά κρατίδια στην Ανατολή. Κατά συνέπεια η αυτόνομη Δημοκρατία του Πόντου οδηγήθηκε στην κατάρρευση μετά τη Συνθήκη των Σεβρών.

Republic of Pontus (Greece, 1917-1919)

Republic of Pontus (Greece, 1917-1919)





[Republic of Ponto]





The aborted Republic of Pontus

The Hellenic population of the Pontus (North Turkey, coast of Black sea) was the bastion of Hellenism during the Ottoman rule. The Ottoman Empire attempted to cleanse the region from the Hellenic minorities toward the end of the XXth century first decade, A series of violents acts, arbitrary decisions and laws forced inhabitants of the area to take refuge in the inhospitable mountains of Pontus. The soul of the rebellion in the Pontus was provided by the great national leader Germanos Caravangelis, bishop of Castoria, leader in the Macedonian struggle and Chrissantos, bishop of Trebizonda. The bishoprics of the Pontus became centers of guidance and recruitement of rebels, whereas the mountains became centers of resistance against the Ottomans. In 1917, Greece and the allied powers began to work out a plan for the creation of an autonomous Hellenic state in the Pontus region, purely Hellenic or Hellenic and Armenian. K. Constantinidis designed the map of the new autonomous state and Dr. G. Thoides designed and proposed for approval in 1919 the flag of Pontus. It was the Greek national flag, bearing in the center of the cross the one-headed eagle of Great Comnenes, the Byzantine dynasty from Pontus. After the unfortunate outcome of the campaign in Asia Minor, and the reversal of the allies interest and foreign policy against Hellenic interest and expectations, the plan for the creation of the autonomous state of Pontus collapsed.