Παρασκευή 16 Ιουλίου 2010

Μιθριδατικοί πόλεμοι - Χρονολόγιο





Με την υποταγή της Μακεδονίας το 168 π.Χ. και της Αχαϊκής Συμπολιτείας το 146 π.Χ. η ρωμαϊκή κυριαρχία εδραιώθηκε στην Ελλάδα, το ίδιο συνέβη μερικά χρόνια αργότερα στη Μικρά Ασία. Η Ρώμη είχε γίνει η πρώτη δύναμη στον τότε γνωστό κόσμο και μπορούσε να επιβάλλει τη θέληση της παντού.
Λίγο πολύ όλα τα υπόλοιπα ελληνιστικά κράτη βρίσκονταν υπό την επιρροή της, δηλαδή σέβονταν τις αποφάσεις της ή φρόντιζαν να μην έρχονται σε σύγκρουση μαζί της. Άλλη δυνατότητα δεν υπήρχε, αν ήθελαν να αποφύγουν την υποταγή. Εξέγερση εναντίον της ρωμαϊκής κυριαρχίας φαινόνταν αδύνατη και σ' αυτούς ακόμη τους πιο φανατικούς εχθρούς της Ρώμης. Ο Μιθριδάτης ΣΤ' εκείνο που πρωταρχικά ήθελε ήταν η επέκταση της επιρροής του σε γειτονικές χώρες, επέμβαση ώμος στην Μικρά Ασία σήμαινε σύγκρουση με τους Ρωμαίους.
Οι Ρωμαίοι συγκέντρωσαν στρατό από της επαρχίες της Ασίας με διοικητή το Λεύκιο Κάσσιο. Οι δυνάμεις χωρίστηκαν σε τρία τμήματα. Το κάθε τμήμα είχε περί τους 40.000 πεζούς και ιππείς, διέθεταν και 50.000 πεζούς και 6.000 ιππείς του Νικομήδη Ε'.
Ο Μιθριδάτης ΣΤ' διέθετε 250.000 πεζούς, 40.000 ιππείς 300 κατάφρακτα πλοία και 100 δίκροτα. Διέθετε και 10.000 Αρμένιους ιππείς και 130 πολεμικά άρματα. Αυτές ήταν οι δυνάμεις τους όταν βρέθηκαν αντιμέτωπες το 88 π.Χ.


Α΄ Μιθριδατικός Πόλεμος (89-85 π.Χ.)
88 π.Χ. Με σύμμαχο το βασιλιά της Αρμενίας Τιγράνη (γαμπρός του) και με την υποστήριξη των ελληνικών πόλεων της Ιωνίας, ο Μιθριδάτης ΣΤ' γίνεται κύριος της Μικράς Ασίας, εξοντώνοντας παράλληλα τους Ρωμαίους. Στη συνέχεια, ο πόλεμος μεταφέρεται στην κυρίως Ελλάδα, όπου δρα ο στρατηγός του Μιθριδάτη, Αρχέλαος, Έλληνας από την Καππαδοκία. Με το βασιλιά του Πόντου συμπαρατάσσονται η Αθήνα, η Βοιωτία και η Λακωνία Πιστές στους Ρωμαίους μένουν μόνο η Χίος και η Ρόδος. Τα στρατεύματα του Μιθριδάτη καταλαμβάνουν τη Δήλο.
87 π.Χ. Ρωμαϊκά στρατεύματα με 5 λεγεώνες, με επικεφαλής τους το Λεύκιο Κορνήλιο Σύλλα, (Lucius Cornelius Sulla) αποβιβάζονται στην Ελλάδα.
86 π.Χ 1 Μαρτίου ο Σύλλας, έπειτα από πολιορκία ενός έτους σχεδόν, καταλαμβάνει την Αθήνα και τον Πειραιά, αφού νικά και διαλύει το εκστρατευτικό σώμα, που έστειλε ο Μιθριδάτης, με επικεφαλής του το γιο του Αριαράθη. Φθινόπωρο, οι αντίπαλοι συμπλέκονται στην Χαιρώνεια. Ο στρατός του Μιθριδάτη υπό τον Ταξίλη και τον Αρχέλαο έφτανε τους 60.000 μαχητές, ενώ ο στρατός του Σύλλα δεν ξεπερνούσε τις 15.000 πεζούς και τους 1.500 ιππείς. Τα ποντιακά στρατεύματα ηττώνται κατά κράτος. 25.000 στρατιώτες αιχμαλωτίζονται και πολλοί άλλοι είτε πνίγονται στην Κωπαϊδα είτε σκοτώνονται,
85 π.Χ. Ο Μιθριδάτης υποχρεώνεται να συνθηκολογήσει. Συναντάται στην πόλη Δάρδανο του Ελλήσποντου με το Σύλλα, κι εκεί συμφωνείται να παραιτηθεί από όλες τις κατακτήσεις του και να καταβάλει αποζημίωση στους Ρωμαίους 2.000 τάλαντα.



Β' Μιθριδατικός Πόλεμος (83-81 π.Χ.)
83 π.Χ. Ο Ρωμαίος διοικητής της επαρχίας Ασίας, Λεύκιος Λικίννιος Μουρήνας, (Lucius Licinius Murena ) επιτίθεται εναντίον του Μιθριδάτη, ο οποίος κηρύσσει τον πόλεμο κατά της Ρώμης. Τα ρωμαϊκά στρατεύματα προελαύνουν ως τα εσωτερικά του ποντιακού Βασιλείου, και ο Μιθριδάτης αναδιπλώνεται.
82 π.Χ. Κοντά στον Άλυ ποταμό, τα στρατεύματα των Ρωμαίων συμπλέκονται με τις δυνάμεις του Μιθριδάτη και υφίστανται μια πραγματική πανωλεθρία. Οι ποντιακές δυνάμεις εισβάλουν ταυτόχρονα στην Καππαδοκία και καταλαμβάνουν ένα μέρος της.
81 π.Χ. Με τη μεσολάβηση του Σύλλα, αποκαθιστάται η ειρήνη, και ο Μιθριδάτης συμφιλιώνεται με το βασιλιά της Καππαδοκίας, Αριοβαρζάνη, αλλά κρατάει το τμήμα της Καππαδοκίας, που είχαν καταλάβει οι δυνάμεις του.



Γ' Μιθριδατικός Πόλεμος (74-67 π.Χ.)
74 π.Χ. Ο στρατηγός του Μιθριδάτη, Διόφαντος εισβάλλει στη Βιθυνία, και παράλληλα ο ρωμαϊκός στόλος ηττάται από τον Ποντιακό, ενώ όσα πλοία του σώζονται περιορίζονται στο λιμάνι της Χαλκηδόνας. Η Ποντοηράκλεια συμμαχεί με το Μιθριδάτη.
73 π.Χ. Ο Λεύκιος Λικίννιος Λούκουλλος, (Lucius Licinius Lucullus) που είχε αποβιβαστεί στη Μ. Ασία με μεγάλες δυνάμεις, προωθείται στον Πόντο. Στη Φρυγία, ο βασιλιάς των Γαλατών και σύμμαχος των Ρωμαίων, Δηιόταρος, νικά τον Εύμαχο, στρατηγό του Μιθριδάτη, ενώ, έπειτα από προδοσία, περνούν στη κυριότητα των Ρωμαίων τα πλοία του ποντιακού στόλου του Αιγαίου. Νέος στόλος, που στέλνει ο Μιθριδάτης στο Σερτώριο, με επικεφαλής το στρατηγό Αλέξανδρο, αιχμαλωτίζεται.
72 π.Χ. Δολοφονείται ο Σερτώριος στην Ισπανία σύμμαχος του Μιθριδάτη, και ο Λούκουλλος τελεί θρίαμβο στη Ρώμη, όπου διαπομπεύεται ο στρατηγός του Μιθριδάτη Αλέξανδρος.
71-70 π.Χ. Επικεφαλής νέων στρατευμάτων 40.000 μαχητές που έχει συγκεντρώσει ο Μιθριδάτης επιτίθεται εναντίον των Ρωμαίων στα Κάβειρα και τους νικά, κοντά στον ποταμό Λύκο. Σε μια νέα μάχη ηττάται ο Μιθριδάτης και καταφεύγει στον Τιγράνη, ενώ με διαταγή του αυτοκτονούν όλες οι γυναίκες και οι αδελφές του. Ο Λούκουλλος, στο μεταξύ, καταλαμβάνει και λεηλατεί τις ελληνικές πόλεις, που προέβαλαν αντίσταση στο στρατό του, την Τίο, την Άμαστρη, την Αμισό, τη Σινώπη, την Ηράκλεια και την Αμάσεια.
69-68 π.Χ. Ο Λούκουλλος επιτίθεται εναντίον του Τιγράνη και καταλαμβάνει την πρωτεύουσα του, τα Τιγρανόκερτα. Αναγκάζεται, όμως, να ανακόψει την προέλαση του στην Αρμενία, γιατί στασίασαν οι στρατιώτες του.
67 π.Χ. Ο Μιθριδάτης επικεφαλής μικρών δυνάμεων 8.000 μαχητές έρχεται στον Πόντο και κοντά στα Ζήλα νικά του Ρωμαίους και σκοτώνει 7.000 στρατιώτες του στρατηγού Γάιου Βαλέριου Τριάριου. Ο Τιγράνης επωφελείται από τη σύγχυση των Ρωμαίων και ανακτά τα εδάφη του. Ο Λούκουλλος ανακαλείται στη Ρώμη, και ο στρατός του διαλύεται. Παράλληλα, ο Μιθριδάτης επαναφέρει στην κυριαρχία του τις πόλεις και τις περιοχές του Βασιλείου του.


Δ' Μιθριδατικός Πόλεμος (66-63 π.Χ.)
66 π.Χ. Μετά την αναχώρηση του Λούκουλλου, τη διοίκηση των ρωμαϊκών στρατευμάτων αναλαμβάνει ο Γναίος Πομπήιος Μάγνος, (Gnaeus Pompeius Magnus) στον οποίον παραχωρήθηκαν εξουσίες από τη ρωμαϊκή σύγκλητο. Ο Τιγράνης, στο μεταξύ, διακόπτει τη συνεργασία του με το Μιθριδάτη, ενώ ο βασιλείας των Πάρθων (Περσών), Φραόρτης, συμμαχεί με τους Ρωμαίους. Τα στρατεύματα του Μιθριδάτη στασιάζουν, και ο βασιλείας του Πόντου προωθείται από την Κολχίδα στην Ταυρική, όπου ο γιος του, Μαχαρης, αυτοκτονεί, γιατί ενωρίτερα είχε ταχθεί με τους Ρωμαίους.
65 π.Χ. Ο Μιθριδάτης προωθείται στον Καύκασο και προσπαθεί να έρθει σε διαπραγματεύσεις με τον Πομπήιο, που απορρίπτει τις προτάσεις του. Οι πόλεις της Ταυρικής χερσονήσου στασιάζουν, εξαιτίας της υπέρμετρης φορολογίας.
64-63 π.Χ. Ο γιος του Μιθριδάτη, Φαρνάκης, στρέφεται εναντίον του, και ο βασιλιάς του Πόντου καταφεύγει στο Παντικάπαιο, όπου και αυτοκτονεί, σε ηλικία 69 ετών.

Η είδηση του θανάτου του Μιθριδάτη, σήμανε το τέλος του πόλεμου (25 σχεδόν χρόνια). Τόση ήταν η ανακούφιση που αισθάνθηκαν οι Ρωμαίοι, ώστε εόρτασαν το γεγονός επί δέκα μέρες.
Απόγονος οικογένειας Ελληνο-ιρανικής καταγωγής, ο Μιθριδάτης φρόντισε ωστόσο για την εισαγωγή του ελληνικού πολιτισμού στη χώρα του και ο ίδιος γνώριζε καλά ελληνικά,. ο ίδιος διατήρησε ως το τέλος της ζωής του τον χαρακτήρα δεσπότη της Ανατολής, όπως δείχνουν οι βιαιότητες που διέπραξε. Η ποιοτική κατωτερότητα του στρατού του σε σύγκριση προς τον ρωμαϊκό, συνέβαλαν χωρίς αμφιβολία πολύ στην αποτυχία του. Αλλά το σπουδαιότερο λάθος του ήταν, η υποτίμηση των δυνατοτήτων της Ρώμης. Ο Μιθριδάτης συνέβαλε με τους πόλεμους του εναντίον της Ρώμης όχι μόνο στην εδραίωση αλλά και στην επέκταση της ρωμαϊκής κυριαρχίας.

Ο Πόντος στην αρχαιότητα







Ο Πόντος στην αρχαιότητα

Η περιοχή του Πόντου ήταν γνωστή στους αρχαίους Έλληνες από τους μυθικούς χρόνους. Εκεί πίστευαν ότι κατοικούσαν οι Αμαζόνες. Στην πεδιάδα της Αμισού ο Ηρακλής απέσπασε από την Αμαζόνα βασίλισσα Ιππολύτη την περίφημη ζώνη της, ενώ αργότερα ο Ιάσων κατά την Αργοναυτική εκστρατεία προσάραξε την πενηντάκωπη Αργώ στα παράλια της Σινώπης, όπου γνώρισε τους γηγενείς κατοίκους της περιοχής, τους Χάλυβες.

Η πρώτη ελληνική αποικία του Πόντου, η Σινώπη, ιδρύθηκε από τους Μιλήσιους τον 8. π.Χ. αι. Γρήγορα ακολούθησε η ίδρυση της Αμισού, των Κοτυώρων, της Κερασούντος και της Τραπεζούντος, «πόλεως ελληνίδος οικουμένης εν τω Ευξείνω Πόντω», όπως αναφέρει ο Ξενοφών περιγράφοντας την πορεία των Μυρίων από την περιοχή στο βιβλίο του Κύρου Ανάβασις.

Η ευρύτερη περιοχή του Πόντου ανήκε κατά την αρχαιότητα στην επικράτεια της περσικής αυτοκρατορίας, ενώ μετά τα χρόνια του Μεγάλου Αλεξάνδρου έγινε μέρος του ελληνιστικού βασιλείου των Σελευκιδών.

Κατά τους τρεις τελευταίους προχριστιανικούς αιώνες αναπτύχθηκε στην περιοχή το ανεξάρτητο ελληνιστικό βασίλειο του Πόντου με πρωτεύουσα την Αμάσεια και αργότερα τη Σινώπη. Οι Μιθριδάτες βασιλείς του διέδωσαν τον ελληνικό πολιτισμό στους λαούς της περιοχής και δημιούργησαν ένα ισχυρό κράτος που απείλησε την ενότητα της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, ιδιαίτερα στα χρόνια του τελευταίου βασιλέα, του Μιθριδάτη ΣΤ’ του Ευπάτορα (120-63 π.Χ.)


Μετά το 63 π.Χ. ο Πόντος πέρασε στην κυριαρχία της Ρώμης.


Θάλαττα, Θάλαττα !!

Το 401 π.Χ. οι Μύριοι του Ξενοφώντα αντικρίζουν μετά από πολύμηνη πορεία στα βάθη της Ασίας τη θάλασσα του Πόντου με τα παράλια διάσπαρτα από φιλόξενες πόλεις ελληνικές : Τραπεζούντα, Κοτύωρα, Σινώπη, Ηράκλεια, από όπου και θα πάρουν τα πλοία για την πατρίδα.


Τι εξήγαγαν οι ποντιακές αποικίες

Η ακμή των ελληνικών αποικιών στον Πόντο βασιζόταν στα μεταλλεύματα χαλκού, σιδήρου, αργύρου και άλλων της περιοχής. Οι αποικίες ασκούσαν επίσης διαμετακομιστικό εμπόριο από τα βάθη της Ανατολής προς τη Μεσόγειο και εξήγαγαν σιτηρά και ξυλεία στην κυρίως Ελλάδα.

Σημαντικές πνευματικές μορφές της αρχαιότητας

που κατάγονταν από τον Πόντο

Διογένης ο Σινωπεύς (Κυνικός φιλόσοφος του 4. π.Χ. αι.)

Δίφιλος ο Σινωπεύς (κωμικός ποιητής του 4. π.Χ. αι.)

Διονυσόδωρος από την Αμισό (μαθηματικός του 2. π.Χ. αι.)

Τυραννίων από την Αμισό (λόγιος και γραμματικός του 1. π.Χ. αι.)

Στράβων από την Αμάσεια (ιστορικός του 1. π.Χ. αι.)

Βάττων από τη Σινώπη (ιστοριογράφος)

Τρίτη 6 Ιουλίου 2010

ΤΡΑΓΙΚΟ ΛΑΘΟΣ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗΣ ΗΓΕΣΙΑΣ Η ΜΗ ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΠΟΝΤΙΑΚΟΥ ΑΝΤΑΡΤΙΚΟΥ (20-30 χιλ. αντάρτες)



Γράφει ο: Παναγιώτης Ι. Παπαδόπουλος Φιλόλογος - Καθηγητής Προσπαθούμε, ύστερα από 86 χρόνια από τη Μικρασιατική Καταστροφή, να βρούμε μέσα από διάφορα έγγραφα και αξιόπιστες πηγές τα λάθη και τις παραλήψεις που έγιναν από την πολιτική και στρατιωτική ηγεσία της Ελλάδος την εποχή εκείνη, όχι για να καταλογίσουμε ευθύνες και να ανακαλύψουμε ενόχους. Στεκόμαστε με δέος και τον ανάλογο σεβασμό στη μνήμη όλων των πρωταγωνιστών, πολιτικών και στρατιωτικών, που έλαβαν μέρος στις αποφάσεις που οδήγησαν τον μικρασιατικό ελληνισμό στην αποτυχία. Η ιστορία, όμως, πρέπει να διδάσκεται πλήρης και ολοκληρωμένη στον ελληνικό λαό και αυτό δεν έγινε, ως προς την εκστρατεία του ελληνικού στρατού στη Μ.Α. στα σχολεία. Δεν έμαθε ο ελληνικός λαός γιατί οδηγηθήκαμε στην ήττα που είχε ως συνέπεια την εξόντωση ενός εκατομμυρίου και πλέον ελληνικού πληθυσμού και άλλου τόσου που εγκατέλειψε τις πατρογονικές του εστίες στην Ιωνία και το μαρτυρικό Πόντο. Εμείς οι Πόντιοι, δεύτερης και τρίτης γενιάς, από προφορικές μαρτυρίες αλλά και από αυθεντικές πηγές κειμένων που γράφτηκαν την εποχή εκείνη, τη δράση και τη δύναμη που είχε το αντάρτικο στον Πόντο, αναρωτιόμαστε: Γιατί δεν αξιοποιηθήκαμε, όπως, έπρεπε, ώστε να αποτελέσει το στρατό εκείνο που θα ονομαζόταν από έναν στρατιωτικό, δύναμη αντιπερισπασμού από τα μετόπισθεν του εχθρού. Τα ανταρτικά σώματα που δημιουργήθηκαν στα βουνά την περίοδο 1915-1922, στην αρχή ξεκίνησαν σαν μια λύση αυτοάμυνας από τις συνεχιζόμενες αυθαιρεσίες των τουρκικών αρχών σε βάρος των χριστιανών Ελλήνων. Η αποτυχίες των Νεοτούρκων στους Βαλκανικούς πολέμους ενοχοποίησε τους Έλληνες της Μ.Α. και τον Πόντο γι’ αυτό έπρεπε να πληρώσουν. Αργότερα, όμως, ως κύριο σκοπό τους τα ανταρκτικά σώματα είχαν την δημιουργία μιας ανεξάρτητης Δημοκρατίας του Πόντου. (1) Όταν το 1909, ο μακεδονομάχος μητροπολίτης Καστοριάς Γερμανός Καραβαγγέλης έγινε Μητροπολίτης Αμασειας του Πόντου, οι χριστιανοί Έλληνες βρήκαν στο πρόσωπό του τον προστάτη τους. Όταν ως μητροπολίτης διαμαρτυρήθηκε στους πασάδες, τον έκλεισαν φυλακή. Επανήλθε το 1918 στο θρόνο του. Είναι ο άνθρωπος που οργάνωσε το ανταρτικό στον Πόντο και κατά τους υπολογισμούς του, την εποχή του, έφτανε τις 20.000 αντάρτες. Κάποιοι άλλοι υπολόγισαν ως 30.000 περίπου. Είναι γεγονός ότι το ποντιακό ζήτημα αντιμετωπίστηκε από την αρχή ως ζήτημα των Ποντίων και όχι ως μέρος του ευρύτερου εθνικού προβλήματος. Στην αρχή ο Βενιζέλος σε απόρρητη απόφασή του χαρακτήριζε τη δημιουργία «ποντιακών στρατιωτικών τμημάτων» ως πρόπλασμα ενός μελλοντικού ποντιακού στρατού. Η απόφαση αυτή καταλήγει: «Εννοείται ότι δεν θα διστάσωμεν και χρηματικώς και κατά πάντα δυνατόν τρόπον να επικουρήσουμε (βοηθώντας) οργάνωσιν στρατού Ποντίων αλλά δέον και ούτοι να επιτηρήσωσιν εαυτούς αφ’ ων και δύνανται να θέλουσιν, ούτω δε και ο αγών των θα έχει μεγαλυτέραν δύναμιν». Λίγο αργότερα στη Διάσκεψη Ειρήνης που πραγματοποιήθηκε στις 30 Δεκεμβρίου 1918, ο ίδιος, ως πρωθυπουργός της Ελλάδος πρότεινε την ενσωμάτωση του Πόντου στην δημοκρατία της Αρμενίας, ενώ την ίδια στιγμή ο μητροπολίτης Τραπεζούντος Χρύσανθος με ξεχωριστό υπόμνημα που υπέβαλε στη Διάσκεψη Ειρήνης ζητούσε τη δημιουργία ελληνικού κράτους στην περιοχή του Πόντου. Στο υπόμνημά του ο δραστήριος ιεράρχης ανέπτυσσε την επιχειρηματολογία του η οποία στηριζόταν στο εξής γεγονός: μετά την παλιννόστηση των προσφύγων από τον Καύκασο και τη Ρωσία ο ελληνικός πληθυσμός του Πόντου εξισώθηκε με τον Μουσουλμανικό. Γινόταν μάλιστα και η παρατήρηση ότι πολλοί από τους ελληνόφωνους μουσουλμάνους είναι ελληνικής καταγωγής. Επομένως, ήταν δίκαιο ο ελληνικός πληθυσμός του Πόντου να αποτελέσει αυτόνομο ελληνικό κράτος. Η απάντηση ήρθε από το Βενιζέλο. Σε αντίθεση από τους στόχους του Ποντιακού Κινήματος ο Βενιζέλος δήλωσε στις 4 Φεβρουαρίου 1919 στον Αμερικανό πρόεδρο Ουΐλσον ότι: παρόλο που οι Έλληνες Πόντιοι επιθυμούσαν την ανεξαρτησία, ο ίδιος αντιτάχθηκε απόλυτα. Σε συνέντευξή του που παραχώρησε σε αμερικανική εφημερίδα δήλωσε ότι «δέχεται να συμπεριληφθεί ο Πόντος στο αρμενικό κράτος». Επόμενο ήταν να δυσαρεστηθούν οι ανά τον κόσμον Πόντιοι και να καταγγείλουν και να διαμαρτυρηθούν για την εγκατάλειψη των αγώνων των. Οι Πόντιοι αντάρτες ζήτησαν επίσημα την ενίσχυση της Ελλάδος. Δυστυχώς οι παρακλήσεις για στρατιωτική βοήθεια έμειναν χωρίς απάντηση. (2) Ο Ε. Βενιζέλος, πιθανώς επηρεάστηκε από την αναφορά που του έκανε ο Δ. Καθενιώτης, αξιωματικός του ελληνικού στρατού. Ο τότε συνταγματάρχης του ελληνικού στρατού στάλθηκε στον Πόντο, ως ειδικός σύμβουλος του πρωθυπουργού, να αναλάβει την στρατιωτική οργάνωση των Ποντίων και να του υποβάλει μετά την επιστροφή του την αναφορά του. Ο Δ. Καθενιώτης κατά τη μετάβασή του στον Πόντο είχε μαζί του στην αποστολή εκείνη και τους ποντιακής καταγωγής αξιωματικούς Καραπαναγιωτίδη και Ανδρεάδη. Όταν έφτασε εκεί ο Καθενιώτης γρήγορα κατάλαβε ότι η στρατιωτική οργάνωση των Ποντίων θα προκαλούσε στους Τούρκους του φόβο από τυχόν συγκρούσεις μαζί τους. Τον Οκτώβριο του 1919 επέστρεψε στην Αθήνα. Αφού έκανε διάφορες επαφές με τον Βρετανό πρέσβη για δημιουργία ελληνικού στρατού στο κατεχόμενο από Βρετανούς Βατούμ, η σκέψη του απορρίφθηκε ως πρόταση, οργάνωσε όμως τους Πόντιους στην Ελλάδα. Ήθελε να τους στείλει στον Καύκασο ως ενίσχυση. Και αυτή η πρόταση απορρίφθηκε. (3) Στην έκθεση που υπέβαλε στην Αθήνα, την 9η Ιανουαρίου 1920, έγραφε τις σκέψεις του και την ανάγκη οργάνωσης των Ποντίων. Σημασία μεγάλη έχει το γεγονός ότι την από 61 σελίδες αναφορά του δεν την έστειλε μόνο στον πρωθυπουργό, τα υπουργεία εξωτερικών και στρατιωτικών αλλά και στον Αρχηγό Στρατού της εκστρατείας στη Μ.Α. Ως αξιωματικός πίστευε ότι ο Αρχηγός στρατού θα λάβαινε υπ’ όψη του την αναφορά από στρατηγικής σημασίας. Κανένας δεν έδωσε σημασία στα λεγόμενα-γραφόμενά του.(3) Αλλά και «ο θερμότατος πατριώτης από την Οινόη του Πόντου Χρυσόστομος Καραΐσκος, αξιωματικός του ελληνικού στρατού, παραιτήθηκε από τον ελληνικό στρατό με την αιτιολογία να μεταβεί στον Πόντο και ως φαρμακοποιός να βοηθήσει στον αγώνα των Ποντίων, είχε μαζί του κατά τις περιοδείες του στον Πόντο με σκοπό να συλλέξει διάφορες πληροφορίες και τον Πόντιο οπλαρχηγό Στέλιο Κοσμίδη. Αμέσως έστειλε έκθεση στον πρόεδρο της επιτροπής των Ποντίων Χρ. Καλαντίδη για να ενεργήσει ανάλογα. Αλλά η ανδρεία και η αυτοθυσία των Ποντίων υπερασπιστών υπέρ βωμών και εστιών συνετρίβετο προς της καταθλιπτικής και αγνώμονος στάσεως της ευρωπαϊκής διπλωματίας, η οποία ενώ παρενέβαλε μύρια προσκόμματα εις την υποστήριξη του ποντιακού αγώνος παρά της μητρός Ελλάδος, προστάτευε εξ ετέρου και ενίσχυε ηθικώς και υλικώς τους δολοφόνους των χριστιανών». (4) Με αφορμή τη Βρετανική άρνηση ο Βενιζέλος έσπευσε να δηλώσει: «Θεωρώ όλως απίθανον ότι θα ληφθεί περί τούτων (των Ποντίων) ειδική πρόνοια, πλην των γενικών εγγυήσεων, ως ζητούν να επιτύχουν υπέρ των ξένων εθνοτήτων, όσαι θα παραμείνωσι υπό τουρκικήν κυριαραχίαν». (5) Ο Πόντιος αξιωματικός Χρυσ. Καραΐσκος όταν επιχείρησε να πάει για δεύτερη φορά προς ενίσχυση του αγώνα των ανταρτικών ομάδων, γράφει στην αναφορά του: «Παρ’ όλη την αποτυχία των ενεργειών μου (στην Αθήνα) επιχείρησα να ξαναπάω στον Πόντο. Εμποδίστηκα όμως από την Ελληνική Στρατιωτική Αποστολή Κων/λης και περίμενα να φύγω με άλλον τρόπο. Εννοείται ότι δεν το κατόρθωσα». Τίθεται, λοιπόν, το ερώτημα. Γιατί δεν αξιοποιήθηκε η αξιόμαχη δύναμη των ανταρτικών σωματείων του Πόντου. Αν λάβουμε υπ’ όψη μας την εκτίμηση του Γερ. Καραβαγγέλη ότι ήταν ο αριθμός 20 χιλιάδες αντάρτες μόνο, και την 20η Αυγούστου 1922, ο στρατηγός Τρικούπης όταν εμάχετο πλησίον του Ούσακ, εδέχετο ξαφνικά μια βοήθεια από 2 μεραρχίες μπαρουτοκαπνισμένων Ποντίων στα μετόπισθεν του εχθρού, δεν θα αναγκαζόταν να παραδώσει ολόκληρο το Β’ Σ.Σ. Η δύναμις του ανήρχετο σε δύο στρατηγούς (Τρικούπη, Διγενή) διοικητάς των Α’ και Β’ Σωμ. Στρατού, το Διοικητή της 13η Μεραρχίας, 190 αξιωματικούς και 4.400 οπλίτες με 6 ορειβατικά πυροβόλα. (7) Ο αδελφός του αρχηγού των Σαναίων Ευκλείδη Κουρτίδη, Κωνσταντίνος, γράφει στο ημερολόγιό του «όταν τους είπαμε ότι είμεθα οι αντάρται της Σάντας, μας εκοίταζαν περίεργα. Μας πήραν από εκεί και ξεκινήσαμε δια το σαράι. Επειδή το είχε μάθε ο κόσμος, επλημμύρισε από παντού τους δρόμους… Ένας καλοενδεδυμένος Χότζας με έναν άλλον κύριο και ιδόντες τόσον πλήθος… ερώτησε έναν αξιωματικόν τι συμβαίνει και ο αξιωματικός απάντησε ότι είναι Σανταίοι αντάρται. Ο χότζας έπτυσε κατά γης και είπε: «Να ντρέπεται αυτό το δικό μας το έθνος και η κυβέρνησις. Από αυτούς εφοβούντο και τόσα χρόνια ετρόμαζαν. Μα αυτοί δεν μοιάζουν καν άνθρωποι». Γελών ο αξιωματικός είπε: «Τι να σου πω χότζα εφέντη, αφού δεν ξέρεις κάτω από τα παλιά αυτά ρούχα τι κρύπτεται». Ας βγάλει ο αναγνώστης τα συμπεράσματά του. Τέλος Μικρασιατικής Εκστρατείας Βιβλιογραφία 1.Ποντιακή εγκυκλοπαίδεια εκδ. Μαλλιαρη τ. Α’ σελ. 439 2.Οι Έλληνες του Πόντου, εκδ. Aegean, του Βλ. Αγεζίδη σελ. 203-207 3.Ποντ. Εγκυκλ. Εκδ. Μαλλιάρη τ. Δ’ σελ. 152 4.Τα απελευθερωτικά στρατεύματα του πόντ. Ελλ/σμού. Α. Ανθεμίδη εκδ. Ε. Γιαλτουρίδη 5. Τα απελευθερωτικά στρατεύματα του πόντ. Ελλ/σμού. Σελ. 349, 209 6.Οι Έλληνες του Πόντου του Β. Αγεζίδη εκδ. Aegean σελ. 213 7.Επίτομος ιστορία εκστρατείας Μ.Α. (1919-1922) εκδ. ΓΕΣ σελ. 411 8.Ημερολόγιο Κ. Κουρτίδη εκδ. Π. Σουμελά σελ. 206

Σάββατο 19 Ιουνίου 2010

Οι γεωπολιτικές συνθήκες στον Πόντο κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα έως το 1923 και η πολιτική εξόντωσης των χριστιανών της περιοχής















Αλέξανδρος Παναγόπουλος-Καστρινάκης
Δρ. Ιστορικός


Η περιοχή του Πόντου χαρακτηριζόταν έως τις αρχές του 20ου αι. από ένα σύνθετο πολιτισμικό κοινωνικό σύνολο. Μουσουλμάνοι διαφόρων εθνοτικών ομάδων και χριστιανοί Έλληνες και Αρμένιοι, συμβίωναν στις πόλεις των παραλίων και της ενδοχώρας, σε ξεχωριστές μικρές κοινότητες διάσπαρτες μεταξύ τους, δημιουργώντας ένα πολύχρωμο μωσαϊκό.

Οι μεταξύ τους σχέσεις χαρακτηρίζονταν γενικά από μία ειρηνική συμβίωση. Οι ελληνοποντιακοί πληθυσμοί κατοικούσαν κυρίως στα παράλια και στις γύρω περιοχές των άλπεων, στον Δυτικό και Κεντρικό Πόντο. Οι οικισμοί των αρμενικών πληθυσμών βρίσκονταν κυρίως στην ποντιακή ενδοχώρα και στα γεωγραφικά σύνορα με το υψίπεδο της Ανατολίας. Έλληνες και Αρμένιοι ζούσαν ανάμεσα σε διάφορες, συχνά πολυπληθέστερες ομάδες μουσουλμάνων.

Ο Πόντος μέχρι το δεύτερο μισό του 19ου αι., παρουσίαζε την παραδοσιακή μορφή μιας οθωμανικής επαρχίας με την συνηθισμένη κοινωνική διάρθρωση χριστιανών και μουσουλμάνων, όπου εκτός των θρησκευτικών διαφορών παρουσίαζαν πολλά κοινά στοιχεία μεταξύ τους. Ας μην ξεχνάμε ότι μέρος των μουσουλμάνων προέρχονταν από εξισλαμισμένους χριστιανούς και ότι οι διάφορες κοινότητες συμβίωναν σε ορισμένες περιοχές ήδη από τον 14ου αι.

Μέσα σε λίγα χρόνια, από την τελευταία δεκαετία του 19ου έως την τρίτη του 20ου αι., ο κοινωνικός ιστός που χαρακτήριζε τον Πόντο εξαφανίστηκε. Οι συνθήκες και οι ενδοκοινοτικές σχέσεις μεταβλήθηκαν απότομα, παρασυρόμενες στη δύνη των γεωπολιτικών αλλαγών που επήλθαν τον 20ο αι. στη Μαύρη Θάλασσα και στη Μέση Ανατολή. Κυρίως χριστιανοί αλλά και μουσουλμάνοι, υπήρξαν θύματα των γεωπολιτικών συνθηκών, που διαμορφώθηκαν-επιβλήθηκαν στην περιοχή και των ιδεολογικών-εθνικών προτύπων που κυριάρχησαν σ’ αυτή (π.χ. ελληνικός-τουρκικός-αρμενικός εθνικισμός). Οι διάφορες ομάδες, βάσει της θρησκοπολιτιστικής τους ιδιαιτερότητας, μεταβλήθηκαν σε μεγάλο ποσοστό σε αντίπαλες εθνικές μάζες που διαμάχονταν για την απόλυτη επικράτηση-υπερίσχυση μίας εξ αυτών.

Ο Πόντος, του οποίου η γεωπολιτική θέση αρχίζει να αυξάνεται από τα τέλη του 18ου αι., αναδύεται σε σημαντικότατη περιοχή κατά τον 19ο αι., κυρίως για δύο λόγους:

Ο πρώτος είναι οι συνεχείς ρωσο-τουρκικοί πόλεμοι που είχαν σαν αποτέλεσμα την απώλεια της Μαύρης Θάλασσας (ως οθωμανικής λίμνης) και κυρίως του Καυκάσου. Με τον 19ο αι. ο Πόντος μετατρέπεται σε σύνορο του οθωμανικού κράτους.

Ο δεύτερος λόγος είναι το σταδιακό άνοιγμα της Οθωμανικής αυτοκρατορίας στο διεθνές εμπόριο που αναδεικνύει την γεωγραφική θέση της περιοχής (ανακτώντας την σπουδαιότητα της αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας), ως διαμετακομιστικό κέντρο για το εμπόριο της Ευρώπης με την Μέση και την Κεντρική Ασία. Λόγω της ανάπτυξης του εμπορίου κατά τον 19αι., μεγάλο μέρος του υψιπέδου της Ανατολίας έως και την Μεσοποταμία βασίζεται στις εμπορικές συναλλαγές μέσω των παράλιων πόλεων του Πόντου.

Η αύξηση της ρωσικής πίεσης στα ανατολικά σύνορα του Οθωμανικού κράτους, επισήμαινε την γεωπολιτική ενότητα του Πόντου με την Υπερκαυκασία (Νότιος Κάύκασος) και το υψίπεδο της Ανατολίας. Και οι τρεις περιοχές επηρεάζονταν άμεσα από τις συνεχείς εχθροπραξίες, μουσουλμάνοι του Καυκάσου μετακινούνταν προς τον Πόντο και την Ανατολία ενώ χριστιανοί εγκατέλειπαν τις εστίες τους και εποικούσαν τις νέες κτήσεις των Ρώσων στον Καύκασο. Αυτή η ανακατανομή μουσουλμάνων και χριστιανών, μεταξύ των δύο αυτοκρατοριών, συνεχίζεται καθ’ όλη την διάρκεια του 19ου αι. εξασθενώντας το χριστιανικό στοιχείο του Πόντου και αυξάνοντας το ποσοστό των μουσουλμάνων στην ευρύτερη περιοχή (κατά τον 20ο αι. θα μεταφερθούν στον Πόντο και μουσουλμάνοι από τις πρώην ευρωπαϊκές κτήσεις της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας).

Ταυτόχρονα με την ρωσική πίεση, η παρακμή του Οθωμανικού κράτους (η οποία ήδη παρατηρείται από τον 18ο αι.) γίνεται ακόμα πιο αισθητή στις ανατολικές επαρχίες, στα σύνορα με την Ρωσία και την Περσία, οι οποίες σταδιακά ξεφεύγουν από τον έλεγχο της κεντρικής διοίκησης. Κατά το δεύτερο μισόι του 19ου αι. και κυρίως τις τελευταίες δεκαετίες, η ανασφάλεια στις περιοχές αυξάνεται, το ίδιο και οι ατασθαλίες των κρατικών υπαλλήλων οι οποίοι συχνά καταδυναστεύουν τον πληθυσμό. Η οικονομική δυσπραγία γίνεται ακόμα πιο έντονη (εξαιτίας και των διομολογήσεων). Οι συνθήκες διαβίωσης εξασθενούν και κάνουν την εμφάνισή τους λιμοί, επιδημίες και μεταδοτικές ασθένειες. Κούρδοι και Αρμένιοι βρίσκονται σε συνεχείς συμπλοκές τις οποίες το επίσημο κράτος συχνά δεν είναι σε θέση ή δεν είναι πρόθυμο να ελέγξει.

Αυτά παρατηρούνται στο υψίπεδο της Ανατολίας και στην ποντιακή ενδοχώρα, ενόσω τα ποντιακά παράλια ακολουθούν εντελώς διαφορετική πορεία. Οι διαφορές μεταξύ χριστιανών και μουσουλμάνων διευρύνονται. Οι χριστιανοί είναι σε θέση να εκμεταλλευτούν τις δυνατότητες που τους παρέχουν οι μεταρρυθμίσεις του 19ου αι. (ελευθερία αυτοδιοίκησης σε θέματα πολιτισμικά και αύξηση οικονομικών συναλλαγών με το εξωτερικό και νομικής προστασίας από τις Μεγάλες Δυνάμεις.), σε αντίθεση με τον μουσουλμανικό πληθυσμό που παραμένει έρμαιο των ακόμα φεουδαρχικών-μεσαιωνικών αντιλήψεων που διακατέχουν το επίσημο κράτος, καθιστώντας τον πιο ευάλωτο στις αυθαιρεσίες των διοικούντων.

Σταδιακά από το 1850, το βιοτικό επίπεδο των χριστιανών αυξάνεται και εκφράζεται με έναν πολιτισμικό δυναμισμό-άνθηση των χριστιανικών κοινοτήτων και μία σημαντική δημογραφική αύξηση. Τουναντίον ο ντόπιος μουσουλμανικός πληθυσμός ακολουθεί μία φθίνουσα ή εντελώς στάσιμη πορεία.

Η μοίρα του μουσουλμανικού πληθυσμού, αντικατοπτρίζει σε μεγάλο βαθμό την κατάσταση διάλυσης που παρουσιάζει το Οθωμανικό κράτος. Οι Μεγάλες Δυνάμεις φτάνουν σε σημείο να ελέγχουν και να αποφασίζουν για το μέλλον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, λαμβάνοντας υπόψη τους το ευρωπαϊκό «status quo» δηλαδή την ισορροπία δυνάμεων μεταξύ τους. Κατ’ αυτόν τον τρόπο γεννιέται το «Ανατολικό Ζήτημα», που αφορά τις προσπάθειες διάλυσης ή διατήρησης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και υπεξαίρεσης περιοχών της από τις Μεγάλες Δυνάμεις. Σε αυτό το γεωπολιτικό παιχνίδι, ένας από τους άξονες δράσης της Ρωσικής πολιτικής ήταν η προσπάθεια ελέγχου της Μαύρης Θάλασσας και η κάθοδος στους εμπορικούς δρόμους των ¨ζεστών θαλασσών¨ του Αιγαίου (Μεσογείου) και του Περσικού κόλπου. Στο πλαίσιο αυτής της πολιτικής ο Πόντος θεωρούνταν θέμα-κλειδί του «Ανατολικού Ζητήματος» καθ’ ότι η ενσωμάτωση του στην Ρωσία θα μεταμόρφωνε τον Εύξεινο Πόντο σε «ρωσική λίμνη» και θα παρέδιδε στα χέρια του Τσάρου, το εμπόριο της Μέσης Ανατολής και Κεντρικής Ασίας που διακινείτο μέσω της περιοχής.

Ένα τέτοιο πλήγμα θα είχε αλυσιδωτές καταστροφικές προεκτάσεις για το Οθωμανικό κράτος που θα έχανε τον έλεγχο της μισής Μικράς Ασίας (που ήταν ο πυρήνας του κράτους) και κυρίως της περιοχής, από την τότε γνωστή ως μεγάλη Αρμενία (ανατολικό υψίπεδο της Ανατολίας) έως την Μεσοποταμία. Εξαιτίας του απαρχαιωμένου οδικού δικτύου της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, η Ρωσία θα είχε την δυνατότητα να ελέγχει τις στρατηγικές διασυνδέσεις Κωνσταντινούπολης και Άγκυρας με την Μέση Ανατολή.

Η ύπαρξη σημαντικών χριστιανικών πληθυσμών στην παραπάνω περιοχή έκανε το ρωσικό σχέδιο να φαντάζει ακόμα πιο απειλητικό, δίνοντας στην Ρωσία την ευκαιρία, ανά τακτά διαστήματα, να αναμιγνύεται στις εσωτερικές υποθέσεις των ανατολικών οθωμανικών επαρχιών και με διάφορα προσχήματα να κηρύσσει τον πόλεμο στην Οθωμανική αυτοκρατορία.

Η αντίδραση του Οθωμανικού κράτους μπροστά στην προοπτική απόλεσης του πυρήνα του ήταν βίαιη, χρησιμοποιώντας ως τακτική εκτόνωσης, την αντιπαλότητα και το μένος των μουσουλμάνων εναντίον των χριστιανών. Τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αι. το Οθωμανικό κράτος, ανήμπορο να εναντιωθεί στα ρωσικά σχέδια και στην αναρχία που βασιλεύει στις ανατολικές επαρχίες, θα επιτρέψει, θα παροτρύνει ή θα παρέχει την σιωπηλή συγκατάθεσή του σε βιαιοπραγίες εναντίον των χριστιανών, οι οποίες συχνά υποκινούνται από τους κατά τόπους κρατικούς λειτουργούς (ορισμένοι εναντιώθηκαν και προστάτευσαν, στο μέτρο του δυνατού, τους χριστιανικούς πληθυσμούς) ή τους μουσουλμάνους ιερωμένους. Τέλος, με την πολιτική εξαφάνισης των χριστιανών των ανατολικών επαρχιών η οποία στόχευε στη φυσική ή πολιτισμική τους εξόντωση (ασπαζόμενοι τον μωαμεθανισμό) ή στην φυγή τους, οι περιοχές του υψιπέδου της Ανατολίας και η ενδοχώρα του Πόντου παραδίδονται στην αναρχία. Αυτή η πολιτική που εγκαινιάστηκε από τον Σουλτάνο Αμπντούλ Χαμίτ, θα συνεχιστεί με περισσότερη οργάνωση, μέθοδο και περίσσιο ζήλο από τους Νεότουρκους και εν τέλει (θα ολοκληρωθεί) με την άνοδο του κεμαλικού κινήματος.

Η γεωπολιτική συνέχεια του Πόντου με τον Νότιο Καύκασο (την Υπερκαυκασία) και την Ανατολία δημιουργεί δύο νοητούς άξονες, Ανατολής-Δύσης και Βορρά-Νότου, τους οποίους οι Οθωμανοί και μετέπειτα Τούρκοι, έπρεπε πάση θυσία να διατηρήσουν για να μπορούν να ελέγχουν ολόκληρη την Μικρά Ασία. Ο δυναμισμός των χριστιανικών πληθυσμών του Πόντου και η συνεχής ανάμιξη των Μεγάλων Δυνάμεων: Αγγλία, Γαλλία, Ρωσία και ΗΠΑ, στις εσωτερικές υποθέσεις του κράτους και της περιοχής, ώθησαν τους Οθωμανούς και Τούρκους εθνικιστές στην λύση της εξαφάνισης τόσο των Αρμενίων όσο και των Ελλήνων. Βασιζόμενοι στις αχανείς εκτάσεις του υψιπέδου της Ανατολίας, σε μια περιοχή όπου ακόμα οι συνθήκες και η νοοτροπία των κατοίκων ακολουθούσαν μεσαιωνικά πρότυπα, μακριά από τα μάτια ανεπιθύμητων και την παρέμβαση των Μεγάλων Δυνάμεων, μπορούσαν να εφαρμόσουν τα σχέδια εξόντωσης των χριστιανών. Για την εφαρμογή αυτών των σχεδίων τους βοηθήθηκαν σημαντικά από την αστάθεια που παρατηρείται στις διεθνείς σχέσεις με την πάροδο του 20ου αι. και την κρίση του διεθνούς συστήματος τις πρώτες δεκαετίες του αιώνα

Με τον 20ου αι οι συνθήκες στις ανατολικές επαρχίες γίνονται ακόμα πιο σκληρές και οι σχέσεις των διαφόρων κοινοτήτων ακόμα πιο τεταμένες. Η εσωτερική κατάσταση του κράτους είναι χαοτική και οι επαναστάσεις και τα εθνικά κινήματα στις ευρωπαϊκές κτήσεις και στην Μέση Ανατολή έρχονται να επιβαρύνουν το προς αυτοδιάλυση κράτος. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία στηρίζεται πλέον αποκλειστικά στον οικονομικό έλεγχο των Μεγάλων Δυνάμεων. Ως αποτέλεσμα, οι χριστιανοί του Πόντου φανερώνουν έντονα την συμπάθειά τους προς τις Ξένες Δυνάμεις και τα εθνικά τους κέντρα (την Ελλάδα και τα Αρμενικά κινήματα στην Ρωσία). Η αφοσίωση στο Οθωμανικό κράτος έχει πλέον κατά μεγάλο ποσοστό κλονιστεί και μόνο η παρουσία ορισμένων χαρισματικών διοικητών διατηρεί-παρατείνει την ηρεμία στην περιοχή.

Από το 1911 μέχρι το 1923, οι εξελίξεις στα εσωτερικά της αυτοκρατορίας θα συμπαρασύρουν τους χριστιανικούς πληθυσμούς του Πόντου. Οι Βαλκανικοί πόλεμοι θα είναι η αφετηρία της αντιμετώπισης των χριστιανών ως εχθρών του κράτους. Η κατάληψη σχεδόν ολόκληρης της Ευρωπαϊκής Οθωμανικής Αυτοκρατορίας από τα χριστιανικά βαλκανικά κράτη θα ενισχύσει το αίσθημα αλληλεγγύης των μουσουλμάνων εξαγριώνοντας μέρος εξ αυτών, προς τους χριστιανούς ως υπαίτιους για την κατάντια του Οθωμανικού κράτους. Η ευρωστία και η άνθηση των χριστιανικών κοινοτήτων θα είναι ένας επιπλέον παράγοντας φθόνου των μουσουλμάνων. Οι παραδοσιακές μορφές σχέσεων μεταξύ χριστιανών και μουσουλμάνων καταστρέφονται και τα πνεύματα οξύνονται.

Το επίσημο κράτος απαξιεί να παρέχει τις απαραίτητες ασφάλειες στους χριστιανικούς πληθυσμούς και αμφισβητεί πλέον ανοιχτά την αφοσίωσή τους ως Οθωμανούς υπηκόους, γεγονός το οποίο επιβεβαιώνεται κατά την διάρκεια του 1915-16, με την γενοκτονία των Αρμενίων. Μετά τα γεγονότα των σφαγών, ακολουθεί μία ληξιπρόθεσμη-παροδική ηρεμία στις ανατολικές επαρχίες, λόγω της προέλασης του ρωσικού στρατού, έχοντας όμως ως αποτέλεσμα την φυγή ενός μέρους του μουσουλμανικού στοιχείου. Αυτή η ηρεμία θα διατηρηθεί μέχρι την συνθηκολόγηση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, το 1918. Το τέλος του πολέμου σφραγίζει και το τέλος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και η αποσύνθεσή της θα δώσει το ελεύθερο πεδίο σε κάθε είδους τυχοδιώκτες και πλιατσικολόγους που λυμαίνονται και κατατρομάζουν τόσο τους πληθυσμούς της Ανατολής όσο και τις επίσημες Αρχές. Με το έτος 1919 κάνει την εμφάνισή του το κίνημα του Κεμάλ.

Η αστάθεια που επικρατεί στον Καύκασο, εξαιτίας του ρωσικού εμφύλιου πολέμου και οι ατέρμονες διαβουλεύσεις των Μεγάλων Δυνάμεων για την τύχη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, θα αποβούν σωτήριες για την ανάπτυξη του νεοεμφανιζόμενου κεμαλικού αγώνα και καταστροφικές για τους Έλληνες και λίγους Αρμένιους που έχουν απομείνει στον Πόντο. Στα διπλωματικά τους παζάρια οι Μεγάλες Δυνάμεις δίνουν δευτερεύουσα σημασία στο μέλλον του Πόντου, καθότι δεν παρουσιάζει το απαραίτητο ενδιαφέρον για την προώθηση των συμφερόντων τους, που επικεντρώνονται πρωτίστως στην Μέση Ανατολή, τα Στενά του Βοσπόρου και τον Καύκασο.

Κυρίως όμως, η πτώση του Τσάρου, η άνοδος του σοβιετικού καθεστώτος και ο εμφύλιος που ακολουθεί στις πρώην ρωσικές επαρχίες, δίνει πλήρη ελευθερία κινήσεων στους Τούρκους εθνικιστές. Οι σοβιετικοί, φοβούμενοι την επέκταση των ζωνών επιρροής των Μεγάλων Δυνάμεων (Αγγλία, Γαλλία και ΗΠΑ) στην Μέση Ανατολή και τον Καύκασο (απειλώντας τα ζωτικά ρωσικά συμφέροντα), υποστηρίζουν τον Κεμάλ, ως αντίβαρο στις αποικιακές διαθέσεις των Συμμάχων, εξασφαλίζοντας την κυριαρχία τους στον Καύκασο.

Επιπλέον, η έλλειψη καθαρής χριστιανικής υπεροχής στον Πόντο (με εξαίρεση κάποιες μικρές ορεινές περιοχές) και η μη καλή οργάνωση και προώθηση ενός κοινού σχεδίου των ποντιακών οργανώσεων και της Ελλάδας, όπως και η περιορισμένης μορφής συνεργασία με τους Αρμένιους, θα αποβούν μοιραία για την τύχη των χριστιανών.

Οι χριστιανικές κοινότητες δεν συνειδητοποιούν εγκαίρως τις σημαντικές αλλαγές που επιφέρει ο κεμαλικός αγώνας στην συνείδηση ενός μεγάλου ποσοστού των μουσουλμανικών εθνοτικών ομάδων και την γρήγορη μετεξέλιξη του οθωμανικού στρατού σε εθνικό τουρκικό στρατό.

Ο κεμαλισμός ως μία νέα ιδεολογία, κατάφερε κατά μεγάλο ποσοστό να συγκεντρώσει τα παράπονα και την δυσαρέσκεια και παράλληλα να τονώσει το ηθικό και να δώσει ζωντάνια στο πληγωμένο γόητρο των Οθωμανών. Οι Κεμαλικοί εκμεταλλεύτηκαν την μουσουλμανική αλληλεγγύη και τον πλήρη έλεγχο των κρατικών υπηρεσιών από το μουσουλμανικό στοιχείο (αν εξαιρέσουμε τα μικρά ποσοστά χριστιανών, οι οποίοι κάλυπταν συγκεκριμένες θέσεις και υπηρεσίες) και πρωτίστως τον έλεγχο του στρατού.

Άλλο σημαντικό στοιχείο για την τραγική κατάληξη των ελληνοποντιακών κοινοτήτων είναι η πρόσβαση, για το νέο τουρκικό κράτος, στην Μαύρη Θάλασσα, μέσω των ποντιακών πόλεων. Η υπεξαίρεσή τους από τον άμεσο έλεγχο της Τουρκίας θα καθιστούσε το νέο κράτος ευάλωτο και γεωπολιτικά αδύναμο.

Τα μέτρα που θα πάρουν οι κεμαλικοί υπεύθυνοι εναντίων των χριστιανών του Πόντου, θα έχουν ως σκοπό την αποφυγή οποιασδήποτε εξωτερικής ανάμιξης και τον απόλυτο έλεγχο ολόκληρης της Μικράς Ασίας. Η τρομοκράτηση του ντόπιου χριστιανικού πληθυσμού θα γίνει με όλα τα δυνατά μέσα, επίσημα και ανεπίσημα. Αυτό περιλαμβάνει από τους παραδοσιακούς λήσταρχους, που λυμαίνονται το βιός και την ύπαρξη ολόκληρων κοινοτήτων έως και την επίσημη χρήση των αστυνομικών και διοικητικών Αρχών, για την μεθοδική συγκέντρωση των χριστιανών, την φυσική εξόντωση τους και την διαρπαγή των περιουσιών τους. Παράλληλα, για την εξυπηρέτηση των σκοπών τους, οι Κεμαλικοί, θα χρησιμοποιήσουν στρατιωτικά αποσπάσματα για την εξολόθρευση των αντάρτικων ομάδων της ποντιακής ενδοχώρας όπως και την υποκινούμενη ή αυθόρμητη συμμετοχή φανατισμένου μουσουλμανικού πλήθους στις βιαιοπραγίες.

Παρ’ όλες τις δικαιολογίες των Τούρκων αξιωματούχων, που παρουσίαζαν τις ενέργειές τους ως απλές στρατιωτικές επιχειρήσεις (στο πλαίσιο του Ελληνοτουρκικού πολέμου), στα μάτια των λίγων ξένων παρατηρητών που βρίσκονται στον Πόντο και παρακολουθούν τις βιαιοπραγίες, οι ενέργειες τους έχουν ως μοναδικό στόχο την εξαφάνιση και τον ξεριζωμό των χριστιανικών πληθυσμών.

Τα παραπάνω επιβεβαιώνονται και από τους διωγμούς των ελληνοποντιακών κοινοτήτων των παραλιακών πόλεων. Η παρουσία τους μακριά από τα πεδία των μαχών μεταξύ Τουρκικού και Ελληνικού στρατού, δεν δικαιολογεί την εχθρική αντιμετώπισή τους από τους Κεμαλικούς. Παρ’ όλα αυτά οι ελληνοποντιακοί αυτοί πληθυσμοί εκτοπίστηκαν με τον ίδιο και απαράλλαχτο τρόπο, που αντιμετώπισαν οι Αρχές τους Αρμένιους το 1915-16. Στην περίπτωση των Ελλήνων της ποντιακής ενδοχώρας η ανασφάλεια που επικρατούσε τους ώθησε σε μία μαχητική αντίδραση, εξασφαλίζοντας σε μεγάλο ποσοστό την επιβίωσή τους.

Οι χριστιανικοί πληθυσμοί (Έλληνες και Αρμένιοι) παραμένουν διασπασμένοι στον μεταξύ τους οικονομικό και πολιτισμικό ανταγωνισμό και μετατρέπονται σε εύκολο στόχο. Μη έχοντες την συμπαράσταση των Μεγάλων Δυνάμεων και την ουσιαστική υλική βοήθεια των εθνικών τους κέντρων, αναλώνονται σε συνέδρια και σε διάφορες οργανώσεις, των οποίων οι προσπάθειες δεν βρίσκουν ανταπόκριση. Κατ’ επέκταση, η συνύπαρξη των Ελληνοποντίων εν μέσω συμπαγών μουσουλμανικών πληθυσμών, καθιστούσε δύσκολο το εγχείρημα οποιασδήποτε μαζικής αντίστασης στα δεινά που υπέστησαν. Ακόμα και αυτή η γεωγραφική διάταξη του Πόντου έκανε σχεδόν αδύνατη κάθε προσπάθεια οργανωμένης άμυνας, από την στιγμή που σε καμία περιοχή το χριστιανικό στοιχείο δεν υπερτερούσε πια.

Οι Έλληνες του Πόντου και της Ρωσίας στα μέσα του 19ου αιώνα
















Συντάκτης: Βλάσης Αγτζίδης - Ιστορικός

Τα όρια του νεαρού κράτους της Ελλάδας, όπως αυτά είχαν οριστεί με το Πρωτόκολλο του Λονδίνου το 1830 έφταναν μόλις μέχρι τη Λαμία. Ένα μικρό μέρος του ελληνικού κόσμου είχε χειραφετηθεί. Η πλειονότητα των Ελλήνων βίωναν ακόμα την οθωμανική κυριαρχία και βρίσκονταν εγκατεσπαρμένοι σ’ όλη την Οθωμανική Αυτοκρατορία μαζί με μουσουλμάνους και αλλοεθνείς.

Στην ίδια την Ελλάδα, η κοινωνία κατέβαλλε μεγάλη προσπάθεια ανάπτυξης και καθορισμού των ορίων μεταξύ των ομάδων που συμμετείχαν στην Παλιγγενεσία. Σε κάποια ζητήματα είχε εμφανιστεί μια έντονη ρήξη με τον εξωελλαδικό ελληνισμό και κυρίως με τους πρόσφυγες από τις αλύτρωτες περιοχές που είχαν καταφύγει στο ελεύθερο έδαφος και ανέρχονταν στο 10% περίπου του συνολικού πληθυσμού. Η περίφημη σύγκρουση «αυτοχθόνων» με τους «ετερόχθονες» θα λήξει εις βάρος των δεύτερων.


Παρόλα αυτά όμως, το νέο κράτος θα κατακτήσει τη θέση του χώρου αναφοράς στις καρδιές των εξωελλαδικών, ενώ το συναίσθημα της απελευθέρωσης θα ισχυροποιείται διαρκώς Από το 1844 θα οριστεί από τον ηπειρώτη Ιωάννη Κωλέττη και ο στόχος της εθνικής ολοκλήρωσης με την ενσωμάτωση των περιοχών που κατοικούσαν οι «αλύτρωτοι», στο ελληνικό κράτος.

Στα μέσα του 19ου αιώνα, αρκετές από τις πληγές που άνοιξε η βία των Οθωμανών στις επαναστατημένες αλύτρωτες περιοχές (Νάουσσα, Χαλκιδική, Κυδωνίες-Αϊβαλί κ.ά.), καθώς και οι μεγάλης έκτασης αντεκδικήσεις κατά του ελληνικού πληθυσμού (Θεσσαλονίκη, Σμύρνη) θα κλείσουν. Σε κάποιες περιοχές, όπως αυτή της Θεσσαλονίκης, οι Έλληνες δεν θα κατορθώσουν να αποκτήσουν την προγενέστερη θέση τους και θα υποβιβαστούν στη θέση μιας μειονότητας στο συνολικό πληθυσμό της πόλης. Αντίθετα σε άλλες περιοχές, όπως αυτή της Σμύρνης, θα συμβεί ακριβώς η αντίθετη διαδικασία. Η ελληνική κοινότητα θα αναπτυχθεί και θα αποτελέσει πόλο έλξης για χιλιάδες Έλληνες μετανάστες, ακόμα και από την ελεύθερη Ελλάδα. Παράλληλα, μεγάλη θα είναι η έξοδος ελληνικών πληθυσμών από την Οθωμανική Αυτοκρατορία προς τη Ρωσία.

Αυτό που χαρακτήρισε την ζωή των Ελλήνων στις οθωμανικές περιοχές ήταν οι μεγάλες μεταρρυθμίσεις που ξεκίνησαν με το αυτοκρατορικό διάταγμα Χατί Σερίφ του Γκιουλχανέ (1839) και κορυφώθηκαν το 1856 με το δεύτερο μεγάλο μεταρρυθμιστικό διάταγμα, το Χάτι Χουμαγιούν. Με τις μεταρρυθμίσεις αυτές η Αυτοκρατορία καταργούσε το ισλαμικό απαρντχάιντ, που διαχώριζε τους υπηκόους της Υψηλής Πύλης σε πιστούς και άπιστους, αποστερώντας από τους δεύτερους στοιχειώδη ανθρώπινα δικαιώματα, φορολογώντας τους ιδιαιτέρως σκληρά και θέτωντάς τους τελικά σε μοίρα πολίτη τρίτης κατηγορίας. Εφεξής όλοι οι πολίτες αντιμετωπίζοντας ως ίσοι απέναντι στο νόμο, ενώ αίρονταν οι κοινωνικές απαγορεύσεις για τους χριστιανούς και τους εβραίους.

Οι μεταρρυθμίσεις αυτές επέτρεψαν στους χριστιανούς και τους εβραίους της Αυτοκρατορίας να ανέλθουν κοινωνικά και να ισχυροποιηθούν οικονομικά. Αξιοποιώντας τις νέες ευκαιρίες που πρόσφερε η διεθνής οικονομία εκείνης της εποχής, θα καταφέρουν να αναδειχθούν ως η νέα αστική τάξη στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Σύντομα ο τραπεζικός τομέας, το εξωτερικό εμπόριο, η μεταποίηση, η βιοτεχνική παραγωγή αλλά και η πρωτοεμφανιζόμενη μεσαία βιομηχανία βρέθηκε στα χέρια των παλιών ραγιάδων και κυρίως των Ελλήνων.

Πόντος

Ο Πόντος ευρισκόμενος στο βορειοανατολικό άκρο της Μικράς Ασίας, υπήρξε μια απομακρυσμένη περιοχή, παρότι ισαπείχε γεωγραφικά όσο και ο Μοριάς, από το τότε ισχυρό κέντρο του ελληνικού κόσμου, τη Κωνσταντινούπολη. Οι Πόντιοι συμμετείχαν μέσω της παροικίας τους στην Πόλη στα εθνικά δρώμενα. Πόντιους θα συναντήσουμε τόσο στη Φιλική Εταιρεία και στον Ιερό Λόχο, όσο και στα επαναστατικά στρατεύματα της Νότιας Ελλάδας. Οι οικογένειες των Υψηλάντών και των Μουρούζηδων θα έχουν σημαντικό ρόλο στις εξελίξεις, παράλληλα θα βάλουν τις πρώτες βάσεις για την εκπαιδευτική ανάπτυξη του ποντιακού ελληνισμού. Ήδη από τα τέλη του 18ου αιώνα αρχίζει η ανάπτυξη των μεγάλων εκπαιδευτηρίων, όπως το Φροντιστήριον Τραπεζούντας, που επανδρωσε με Έλληνες δασκάλους τις ελληνικές κοινότητες του Πόντου και της Ρωσίας.

Κατά τα μέσα του 19ου αιώνα, παρατηρούμε σημαντική ανάπτυξη των μοναστηριών. Η μεγαλύτερη μονή του Πόντου ήταν αυτή της Παναγίας στο όρος Μελά. Η αρχική μονή βρισκόταν στο κοίλωμα του βράχου και είχε κτισθεί με τη βοήθεια της μονής Βαζελώνος. Το 1860 θα κτιστεί ένας εντυπωσιακός, πανοραμικός, τετραώροφος ξενώνας 72 δωματίων, καθώς και βιβλιοθήκη και άλλοι λειτουργικοί χώροι για τις ανάγκες των προσκυνητών. Τότε ανοικοδομήθηκαν γύρω από τη μονή και άλλοι μικροί ναοί αφιερωμένοι σε διάφορους αγίους.

Εκτός όμως από την ανάπτυξη των χριστιανών Ελλήνων, στον Πόντο θα εμφανιστεί σε μεγάλη έκταση και το πολύ ενδιαφέρον φαινόμενο του κρυπτοχριστιανισμού. Το φαινόμενο αυτό σχετίζεται με τις διαδικασίες εξισλαμισμού. Η οικονομική καταπίεση, η κοινωνική απαξίωση η κατά περίπτωση βίαιη συμπεριφορά των τοπικών μουσουλμάνων κυριάρχων, διαμόρφωσε τάσεις επιφανειακής αποδοχής του ισλάμ σε ελληνικούς χριστιανικούς πληθυσμούς. Στις γραπτές πηγές οι κρυπτοχριστιανοί του Πόντου εμφανίζονται με το όνομα Κρωμιώτες ή Κρωμλήδες, καθώς και Σταυριώτες. Ο λαός τους ονόμαζε «κλωστούς» (δηλ. γυριστούς) και «δίπιστους». Στα επίσημα διπλωματικά έγγραφα εμφανίζονται ως ιδιαίτερη εθνοτική ομάδα. Σε κατάλογο που υποβάλουν οι ίδιοι στο ελληνικό υποπροξενείο θέτουν τον τίτλο: «Κατάλογος των ενοριών εκάστου χωρίου, των τε οικιών και του πληθυσμού των Κρωμιωτών, Οθωμανών και Γραικών». Με τον ίδιο τρόπο μνημονεύονται και σε αγγλικές διπλωματικές εκθέσεις. Το όνομα των κρυπτοχριστιανών προήλθε από την κωμόπολη της Κρώμνης και της ευρύτερης περιοχής, όπου βρισκόνταν το κέντρο της κοινότητάς τους, καθώς και από την κωμόπολη Σταυρί. Αγγλικές πηγές δίνουν τους εξής αριθμούς για την περιοχή της Κρώμνης: Σε σύνολο 55.755 κατοίκων, μόνο οι 9.535 είναι μουσουλμάνοι, ενώ οι Κρωμνιώτες 17.260 και οι Έλληνες 28.960.

Με την έναρξη των μεταρρυθμίσεων του Χάτι Χουμαγιούν, το 1857, οι κρυπτοχριστιανοί θα ξεκινήσουν τις προσπάθειες να αναγνωριστούν επισήμως ως χριστιανοί. Ο Άγγλος πρόξενος της Τραπεζούντας αναφέρει ότι μετά τον Κριμαϊκό Πόλεμο αναγνωρίστηκαν ως χριστιανοί 24.000 άτομα.

Στη Ρωσία

Τα εδάφη της Ρωσικής Αυτοκρατορίας υπήρξαν χώρος υποδοχής χιλιάδων Ελλήνων προσφύγων από κάθε μεριά του ελληνικού κόσμου, από τα Βαλκάνια, τα νησιά και τη Μικρά Ασία. Από τον ελλαδικό χώρο, η ομαδική μετοίκηση θα συμβεί την εποχή των Ορλωφικών γεγονότων. Χιλιάδες πρόσφυγες θα κατακλύσουν τις νοτιορωσικές περιοχές και θα ιδρύσουν νέους ελληνικούς οικισμούς. Εκεί θα συναντήσουν τους γηγενείς Έλληνες της Κριμαίας, από τους οποίους κατάγονταν και οι Έλληνες της Μαριούπολης με τα 25 χωριά τους στο μυχό της Αζοφικής Θάλασσας. Από το 1775 έως το 1884 ένας αριθμός Ελλήνων που υπολογίζεται σε αρκετές δεκάδες χιλιάδες, εγκατέλειψαν την Οθωμανική Αυτοκρατορία για να εγκατασταθούν στη Ρωσία. Σύμφωνα με την πρώτη απογραφή της Ρωσικής Αυτοκρατορίας, που έγινε τον Ιανουάριο του 1897, οι Έλληνες ανέρχονται σε 207.536.

Στα εδάφη της Ρωσίας βρήκαν γόνιμο έδαφος να ανθίσουν οι ιδέες της ελληνικής απελευθέρωσης. Στην Οδησσό δημιουργήθηκε η Φιλική Εταιρεία.

Στα μέσα του 19ου αιώνα, το κύριο φαινόμενο ήταν η ομαδική μετακίνηση Ελλήνων από τον Πόντο προς τις περιοχές του Καυκάσου που μόλις είχαν καταλάβει οι Ρώσοι. Η μαζική μετοίκηση των Ελλήνων, αλλά και των Αρμενίων, από την Οθωμανική Αυτοκρατορία στη Ρωσία υπήρξε φαινόμενο ευθέως ανάλογο της επέκτασης των Ρώσων προς το Νότο, της συνεπακόλουθης ανάγκης επάνδρωσης των συνοριακών περιοχών από φιλικό πληθυσμό και συγχρόνως οικονομικής ανάπτυξης των περιοχών που εγκατέλειψαν οι μουσουλμάνοι κάτοικοί τους.

Ο Ν. Βορομπιόφ που ήταν ο υπεύθυνος του εποικισμού γράφει: "Tο πρόγραμμα συστηματικού εποικισμού άρχισε το 1864... Στόχος ήταν να καλυφθούν οι άδειες περιοχές και να ξαναρχίσουν οι καλλιέργειες, που διακόπηκαν όταν οι βουνίσιοι έφυγαν στην Τουρκία ή εξορίστηκαν... Αυτή η περιοχή απαιτούσε ανώτερη αγροτική κουλτούρα και σκέφτηκαν να καλέσουν τους Έλληνες και τους Αρμένιους που ταιριάζουν σ' αυτές τις συνθήκες." Yπήρχαν περιπτώσεις κατά τις οποίες Έλληνες, ανώτεροι υπάλληλοι της ρωσικής γραφειοκρατίας, ευνοούσαν τη μετανάστευση των ελληνικών πληθυσμών. Ένα από τα κίνητρα που χρησιμοποιούσαν οι Ρώσοι για να προσελκύσουν ελληνικούς πληθυσμούς ήταν η παραχώρηση ελκυστικών προνομίων, όπως η δημιουργία αυτόνομου καθεστώτος με ελληνικές αρχές. Απαιτούσαν όμως την πολιτογράφηση των μεταναστών, όπως επίσης και τον εκρωσισμό των επιθέτων τους. Υπολογίζεται ότι κατά τον κριμαϊκό πόλεμο (1856-1866) μετακινήθηκαν 60.000 Πόντιοι στις περιφέρειες Κουμπάν, Σταυρούπολης κ.α.

Τυπική περίπτωση της έντονης ελληνικής παρουσίας αποτελεί η Μαριούπολη, η οποία ιδρύθηκε από Έλληνες που προέρχονταν από την ταταροκρατούμενη Κριμαία. Από το 1810 έως το 1873 η Μαριούπολη και τα γύρω ελληνικά χωριά αποτελούσαν Ελληνική Διοικητική Περιοχή (okrug). Στην περιοχή αυτή λειτουργούσε ελληνικό δικαστήριο με διοικητικές, αστυνομικές και νομικές αρμοδιότητες. Ιδρύθηκαν νέα ελληνικά χωριά και κυκλοφορούσαν ελληνικές εκδόσεις. Μέχρι το 1859, στην περιοχή της Μαριούπολης δεν επιτρεπόταν η εγκατάσταση ατόμων άλλης εθνικότητας. Σημαντική ώθηση στη μετανάστευση Ελλήνων από τον Πόντο στη ρωσική επικράτεια έδωσε το στέρεμα των μεταλλείων. Επίσης, για τις περιοχές που ονομάσθηκαν Νέα Ρωσία, οι Έλληνες συνδέθηκαν με το κύκλωμα του σιταριού που περιλάμβανε την παραγωγή, την επεξεργασία και τη διακίνηση. Κατέληξαν στο να πάρουν στα χέρια τους το εξωτερικό εμπόριο του σιταριού. Η παράλιος περιοχή της Ουκρανίας και της νότιας Ρωσίας υπήρξε για τους Έλληνες του 19ου αιώνα η "γη της επαγγελίας." Η κατάκτηση των περιοχών αυτών από τους Ρώσους και η απουσία, λόγω της κατάκτησης, οιασδήποτε σοβαρής παραγωγής και εμπορίου, έδωσαν στους Έλληνες, τόσο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας όσο και της Ελλάδας το δικαίωμα πλεύσης στη Μαύρη Θάλασσα επεκτάθηκε και στον ευρωπαϊκό στόλο.

Γύρω από τις ακτές της Μαύρης Θάλασσας, οι Έλληνες ήταν εγκατεστημένοι σε συμπαγείς μάζες. Όπως γράφει ο Ελευθέριος Παυλίδης: "Κατά μήκος εκατοντάδων χιλιομέτρων υπήρχον χωρία και πολίχναι κατοικούμεναι αποκλειστικά από Έλληνας μετανάστας εκ Πόντου, με ελληνικά σχολεία, με Έλληνες ιερείς και με ελληνικάς εκκλησίας."

Oι παλιότεροι Έλληνες έποικοι καλούσαν τους συγγενείς και φίλους από την "Τουρκία", με αποτέλεσμα να μεγαλώνουν οι ελληνικές κοινότητες. Η εγγύτητα του μικρασιατικού Πόντου στη Ρωσία, το φτωχό του ορεινού κυρίως Πόντου, η τακτική ναυτοπλοϊκή συγκοινωνία και η έναρξη των τουρκικών διώξεων λειτουργούσαν ως κίνητρα μετανάστευσης στη Ρωσία. Oι Ρώσοι δεν ήταν πάντα φιλικοί με τους Έλληνες που κατέφθαναν από την "Τουρκία." Τους αντιμετώπιζαν με καχυποψία και δεν έκρυβαν το φθόνο τους για την οικονομική τους ανάπτυξη.

Οι μετανάστες άνοιξαν δρόμους μέσα στην αχανή Ρωσία και συνέδεσαν τις ελληνικές κοινότητες με τον Πόντο, όπου πολλές φορές παρέμενε η οικογένεια. Οι Έλληνες της Ρωσίας βρίσκονταν σε κατάσταση συνεχούς μετακίνησης, έως ότου βρουν το χώρο που θα επέτρεπε την ανάπτυξη των δραστηριοτήτων τους.

Μεταξύ των πρώτων βιομηχάνων στη Ρωσία συγκαταλέγονταν πολλοί Έλληνες. Το προνόμιο της εκμετάλλευσης των μεταλλείων αργύρου στον Καύκασο, μέχρι και της εποχής του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, το κατείχαν οι Έλληνες. Οι πρώτοι μεταλλωρύχοι της Ν. Ρωσίας και του Καυκάσου ήταν Έλληνες, οι οποίοι μετανάστευσαν από την Αργυρούπολη του Πόντου μετά τους ρωσοτουρκικούς πολέμους του 1828. Ο πυρήνας της πρώτης "Ρωσικής Ατμοπλοϊκής Εταιρείας" του Ευξείνου Πόντου σχηματίστηκε από Έλληνες, ενώ Έλληνες ήταν και οι περισσότεροι πλοίαρχοι. Το μεγαλύτερο μέρος του εμπορίου της Μαύρης Θάλασσας ελεγχόταν από τους Έλληνες της Ρωσίας και του Πόντου.

Ενδιαφέρον παρουσιάζει η ανάπτυξη σημαντικών εμπορικών και ναυτιλιακών δικτύων στη νότια Ρωσία. Τα δίκτυα αυτά κατάφεραν να κυριαρχήσουν στο εξωτερικό εμπόριο της Ρωσίας αξιοποιώντας την ύπαρξη ομογενών αγροτικών πληθυσμών στις περιοχές αυτές και δημιουργώντας ένα ολόκληρο σύστημα αγοράς αγαθών από τους παραγωγούς.

ΠΗΓΗ:www.diplomatikoperiskopio.com/index.php?..

Κυριακή 30 Μαΐου 2010

Οι Ελληνόφωνοι του Πόντου.















Μία διακριτή μειονότητα στη σημερινή Τουρκία και τα δικαιώματά τους

Του Φάνη Μαλκίδη



Το τελευταίο διάστημα, πολλές έρευνες επιβεβαιώνουν την πολυεθνική και πολυπολιτισμική ταυτότητα της Τουρκίας και ενισχύουν την προσπάθεια να επιτευχθεί, με την αλληλοκατανόηση, την προσέγγιση και την επαφή ακόμη και την επανασύνδεση ανθρώπων της ίδιας καταγωγής. Οι ελληνόφωνοι, του Πόντου φτάνουν σε κάποιους υπολογισμούς τους 500.000, πληθυσμό σεβαστό ακόμη και για την σημερινή και τη μελλοντική Τουρκία.


Παρά όμως τα προβλήματα και τις βίαιες αντιδράσεις της Τουρκίας, όσο, και εάν έχουν εκλείψει ορισμένα εξωτερικά γνωρίσματα των Ποντίων, το ζήτημα των δικαιωμάτων τους προβάλλει και απασχολεί ολοένα και περισσότερους ανθρώπους. Σήμερα αρκετά χρόνια μετά την εκδίωξη των Ποντίων με τη γενοκτονία, οι εναπομείναντες μάρτυρες της μακραίωνης ελληνικής παρουσίας, διατηρούν την διάλεκτο, τα ήθη και τα έθιμα, τις παραδόσεις, τα τραγούδια και τους χορούς O χρόνος και οι βίαιες μέθοδοι αφομοίωσης, μπορεί να αλλοίωσαν, όμως δεν εξαφάνισαν την ιστορική τους μνήμη.


Ιδιαίτερο συνεκτικό στοιχείο αυτών των ανθρώπων και γνώρισμα της διαφορετικότητάς τους, αποτελεί η διάλεκτος. Ένα σύστημα σημείων τα οποία καταρχήν εξυπηρετεί την επικοινωνία μεταξύ των μελών μιας ομόγλωσσης ομάδας και κατά δεύτερο λόγο γίνεται φορέας ανάπτυξης του πολιτισμού. Η στρατιωτική και η πολιτιστική κυριαρχία μιας κοινωνικής ομάδας ή ενός έθνους, όπως συνέβη στην Τουρκία μετά την επικράτηση του κεμαλισμού, σε μια ή περισσότερες κοινωνικές ομάδες ή έθνη επιφέρει αντίστοιχα και τη γλωσσική τους κυριαρχία και αντίστροφα, η στρατιωτική και η πολιτιστική υποχώρηση επιφέρει τη γλωσσική συρρίκνωση και, σε ακραίες περιπτώσεις, την εξαφάνιση της γλώσσας.


Έτσι, σήμερα, υφίσταται στην Τουρκία ένα μωσαϊκό εθνών και γλωσσών το οποίο είναι αποτέλεσμα ιστορικών γεγονότων, συγκυριών και πληθυσμιακών ανακατατάξεων. Το τουρκικό ρατσιστικό πρότυπο επειδή κατέχει κυρίαρχη στρατιωτική και οικονομική θέση έναντι άλλων εθνών και κοινωνικών ομάδων, κυριαρχεί και γλωσσικά. Στα πλαίσια αυτών των διαδικασιών υπάρχουν διακριτές μειονοτικές ομάδες στην Τουρκία, οι οποίες δε διαφοροποιούνται από την κυρίαρχη ομάδα ούτε εθνικά ούτε θρησκευτικά, αλλά μόνο γλωσσικά. Η διάλεκτος και οι Ελληνόφωνοι του Πόντου δεν εξαφανίστηκαν αλλά αντιμετωπίστηκαν ως ξένο σώμα σε ένα κράτος το οποίο οικοδομήθηκε πάνω σε ρατσιστικά πρότυπα, «ένα έθνος, μία γλώσσα». Οι περιορισμοί χιλιάδες, το ίδιο και τα εμπόδια για τη διατήρηση της γλώσσας, την ανάκτηση της εθνοτικής ταυτότητας. Σήμερα όμως που το ζήτημα έχει αναδειχθεί και θα συνεχίζεται να αναδεικνύεται διεθνώς και στην ίδια την Τουρκία, δεν μπορούν να καταπατούνται τα δικαιώματα των Ελληνόφωνων.


Σύμφωνα με τη διακήρυξη για τα δικαιώματα προσώπων που ανήκουν σε εθνικές ή εθνοτικές, θρησκευτικές και γλωσσικές μειονότητες, η οποία ιοθετήθηκε από τη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών ( απόφαση με αριθμ. 47/135, της 18.12.1992), τα κράτη- μέλη του Οργανισμού άρα και η Τουρκία, έχουν δεσμευτεί να προστατεύουν την ύπαρξη και την εθνική ή εθνοτική, πολιτισμική, θρησκευτική και γλωσσική ταυτότητα των μειονοτήτων που βρίσκονται μέσα στην αντίστοιχη επικράτεια τους και θα ενθαρρύνουν συνθήκες για την προαγωγή αυτής της ταυτότητας (άρθρο 1). Επίσης τα κράτη θα πρέπει να υιοθετούν κατάλληλα νομοθετικά και άλλα μέτρα για την επίτευξη αυτών των σκοπών.


Έχει ενδιαφέρον να αναφερθεί ότι τα πρόσωπα που ανήκουν σε εθνικές ή εθνοτικές, θρησκευτικές και γλωσσικές μειονότητες έχουν το δικαίωμα να απολαμβάνουν το δικό τους πολιτισμό, να ομολογούν και να ασκούν τη δική τους θρησκευτική πρακτική και να χρησιμοποιούν τη δική τους γλώσσα, ιδιωτικά και δημόσια, ελεύθερα και χωρίς παρεμβολή ή διάκριση οποιασδήποτε μορφής. Το διεθνές αυτό κείμενο, το οποίο αναφέρεται εκτενώς στις γλωσσικές μειονότητες, όπως οι ελληνόφωνοι του Πόντου αποτελεί αναμφισβήτητα σταθμό στη θεσμική προστασία τους και οδηγό για τις επόμενες κινήσεις κρατικών οργάνων, μη κυβερνητικών οργανισμών και άλλων.

Επίσης το Συμβούλιο της Ευρώπης, έχει καθιερώσει τον Ευρωπαϊκό Χάρτη των Περιφερειακών ή μειονοτικών γλωσσών (1992), θεωρώντας ότι η προστασία των ιστορικών περιφερειακών ή μειονοτικών γλωσσών της Ευρώπης, κάποιες από τις οποίες βρίσκονται υπό απειλή ή υπό εξαφάνιση, συμβάλλει στη συντήρηση και την ανάπτυξη του πολιτισμικού πλούτου και των παραδόσεων της Ευρώπης. Επίσης το Συμβούλιο της Ευρώπης θεωρεί ότι το δικαίωμα στη χρήση μιας περιφερειακής ή μειονοτικής γλώσσας, ιδιωτικά ή δημόσια, αποτελεί αναπόσπαστο δικαίωμα σύμφωνα με τις αρχές που διατυπώνονται από το Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα του ΟΗΕ και σύμφωνα με το πνεύμα της Σύμβασης για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και την Προάσπιση των Θεμελιωδών Ελευθεριών του Συμβουλίου της Ευρώπης.


Σύμφωνα με το Συμβούλιο της Ευρώπης «Περιφερειακές ή μειονοτικές γλώσσες» εννοούνται οι γλώσσες, οι οποίες είναι: 1. Παραδοσιακά χρησιμοποιούμενες εντός δεδομένου εδάφους του Κράτους, από πολίτες του Κράτους αυτού, οι οποίοι αποτελούν ομάδα αριθμητικώς μικρότερη από το υπόλοιπο του πληθυσμού του Κράτους και 2. Διαφορετικές από την / τις επίσημη/ες γλώσσα/ες του Κράτους αυτού.


Οι Ελληνόφωνοι του Πόντου αποτελούν μία σημαντική γλωσσική μειονότητα στη σημερινή Τουρκία και οφείλει η χώρα να τους αποδώσει τα δικαιώματά τους. Σε μία Τουρκία, η οποία προσδοκά να ενταχθεί πλήρως στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η ύπαρξη τέτοιων μειονοτήτων πρέπει να γίνει διακριτή τύποις και ουσίοις. Οι Ελληνόφωνοι του Πόντου, μία ιστορική εθνοτική και γλωσσική ομάδα πρέπει να έχουν τα δικαιώματά τους και σ΄ αυτήν την προσπάθεια έχουν συμμάχους τους δημοκράτες και υπερασπιστές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων από όλο τον κόσμο.

Τελευταία και αυτό είναι πολύ σημαντικό, και από όλη την Τουρκία. Ο Αλί Ερτέμ, ο πρόεδρος του Συλλόγου «αναγνωρίστε τις γενοκτονίες», ο βραβευμένος με το Νόμπελ λογοτεχνίας Ορχάν Παμούκ, ο οποίος μιλά για τη γενοκτονία των Αρμενίων και τα δικαιώματα των μειονοτήτων στην Τουρκία είναι ενθαρρυντικά μηνύματα.



Φάνης Μαλκίδης
Λέκτορας στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης

ΤΟ ΟΡΑΜΑ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ.










Του Σαββα Καλεντερίδη


Η Τουρκία, εκτός από αυτή καθαυτή τη γραφειοκρατία και τους μηχανισμούς, έχει κληρονομήσει επίσης την παράδοση, τη φιλοσοφία και την αντίληψη της δημόσιας διοίκησης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, η οποία με τη σειρά της τα κληρονόμησε όλα αυτά από τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία
Πρακτικά τι σημαίνει αυτό; Ότι το κράτος κατά παράδοση είναι υπεράνω της πολιτικής και οι υπηρεσιακοί παράγοντες υπέρτεροι των πολιτικών. Άρα, το κράτος και οι παράγοντές του είναι αυτοί που παράγουν πολιτική και χαράσσουν το μέλλον της χώρας, ενώ τα κόμματα και οι πολιτικοί, κατά κάποιον τρόπο, περιορίζονται στο ρόλο του διεκπεραιωτή και του κομπάρσου στην διαχείριση των μεγάλων θεμάτων και της εξουσίας γενικότερα. Η κατάσταση αυτή είχε - έχει ως αποτέλεσμα την εκπαίδευση και την κατάρτιση πολύ αξιόλογων γραφειοκρατών και τεχνοκρατών στελεχών στο στρατό, το υπουργείο εξωτερικών και κυρίως στην περίφημη Διεύθυνση Κρατικού Σχεδιασμού (Devlet Planlama Teskilati), στελέχη τα οποία είναι σε θέση να σχεδιάζουν και να παράγουν συνήθως αξιόπιστες και αποτελεσματικές πολιτικές σε κρίσιμα ζητήματα που απασχολούν τη γειτονική χώρα.
Τα πιο χαρισματικά στελέχη, μάλιστα, από το χώρο της κρατικής γραφειοκρατίας, προωθούνται και καταλαμβάνουν σημαντικές θέσεις στα κόμματα και σε κυβερνητικές θέσεις, με αποτέλεσμα να εκπροσωπείται αυθεντικά το κράτος και η αντίληψή του στον καθαυτό χώρο της πολιτικής. Χαρακτηριστικά παραδείγματα ο Σουλεϊμάν Ντεμιρέλ, ο Τουργκούτ Οζάλ, ο Ρετζάι Κουτάν, ο Ιλχάν Κεσιτζί κ.ά., που πήραν το βάπτισμα του πυρός σε κρίσιμες υπηρεσίες του κράτους (Υπηρεσία Διαχείρισης Υδατίνων Πόρων, Υπηρεσία Κρατικού Σχεδιασμού κ.λπ.) και στη συνέχεια θήτευσαν στο χώρο της πολιτικής, παίζοντας επί δεκαετίες πρωταγωνιστικό ρόλο στα πολιτικά πράγματα της Τουρκίας.
Στις αρχές της δεκαετίας του 1990 οι υπηρεσίες του τουρκικού κράτους έβαλαν στο μικροσκόπιο την ελληνικό τουρισμό, τότε που μόνη της η Ρόδος είχε περισσότερες ξενοδοχειακές κλίνες από ολόκληρη την Τουρκία και έβαλαν ως στόχο τη δημιουργία κατάλληλου νομικού πλαισίου και την ανάπτυξη των απαραίτητων υποδομών, με στόχο την ανάπτυξη του τουρισμού και τον υποσκελισμό της Ελλάδος στον τομέα αυτό.
Η συγκεκριμένη έκθεση έπεσε στα χέρια των ελληνικών υπηρεσιών και τότε όλοι χαρακτήρισαν ως υπερβολικούς τους στόχους που είχε θέσει η τουρκική γραφειοκρατία. Δέκα χρόνια μετά, η Τουρκία ξεπέρασε σε αριθμό επισκεπτών και σε τουριστικό συνάλλαγμα την Ελλάδα, που απλά έμενε περίπου στάσιμη και παρατηρούσε τη γειτονική χώρα να υποδέχεται 30.900.000 τουρίστες το 2008 και η χώρα μας λιγότερο από τους μισούς.
Στις αρχές της δεκαετίας του 2000, η τουρκική γραφειοκρατία συνέταξε έκθεση για το μέλλον του εξαγωγικού εμπορίου της Τουρκίας και έβαλε ως στόχο, από τα 27 δισεκατομμύρια δολάρια που είχε η αξία των τουρκικών εξαγωγών το 2000, τα τέλη της δεκαετίας να ξεπεράσουν τα 100 δισεκατομμύρια. Το 2008 οι εξαγωγές της Τουρκίας ξεπέρασαν τα 127 δισεκατομμύρια δολάρια, παρά την παγκόσμια κρίση και ήδη στοχεύουν να ξεπεράσουν τα 200 δισεκατομμύρια, έναντι των ελληνικών, που κινήθηκαν στα 17.333,1 εκατ. ευρώ. Η συγκεκριμένη έκθεση των κρατικών υπηρεσιών της Τουρκίας έπεσε έγκαιρα στα χέρια των ελληνικών υπηρεσιών, μεταφράστηκε και έτυχε της «κατάλληλης αξιολόγησης». Ποιο είναι το αποτέλεσμα; Η Ελλάδα απλά παρατηρεί να ανοίγει η ψαλίδα των τουρκικών εξαγωγών, που μεταξύ άλλων, έχουν αυξηθεί ανάλογα και στην ίδια τη χώρα μας.
Αντίστοιχες εκθέσεις έχουν συνταχθεί και για τον κρίσιμο τομέα της ναυπήγησης πλοίων και της εμπορικής ναυτιλίας, με στόχο την ανάπτυξη των τομέων αυτών στην Τουρκία, με πνεύμα ανταγωνισμού απέναντι στους αντίστοιχους ελληνικούς, που θεωρούνται στρατηγικής σημασίας για την Ελλάδα, όπως και ο τουρισμός. Οι εκθέσεις αυτές έπεσαν στα χέρια των ελληνικών αρχών, μεταφράστηκαν και απλά τόσα χρόνια παρατηρούμε την ανάπτυξη του ναυπηγοεπισκευαστικού τομέα στην Τουρκία (και μάλιστα με ελληνική βοήθεια) και ευτυχώς όχι ακόμα αυτού της εμπορικής ναυτιλίας.
Τη φορά αυτή, οι γραφειοκράτες και οι τεχνοκράτες της Άγκυρας έχουν θέσει ως στόχο τον συνολικό εκσυγχρονισμό της χώρας τους και συνέταξαν ένα στρατηγικό σχέδιο που έχει ως στόχο, το 2023, που συμπληρώνονται εκατό χρόνια από την ίδρυση της Τουρκικής Δημοκρατίας, η Τουρκία να συμπεριληφθεί στις δέκα μεγαλύτερες οικονομίες του κόσμου και να είναι σε θέση να επηρεάζει δραστικά τις παγκόσμιες πολιτικές.
Με άλλα λόγια, τη στιγμή που η Ελλάδα και ο Ελληνισμός διέρχονται μια σοβαρή εθνική κρίση, που συνίσταται κυρίως στην έλλειψη εθνικού οράματος, την κρίση αξιών και την κρίση στον τομέα της λειτουργίας του κράτους και της οικονομίας, η τουρκική γραφειοκρατία επεξεργάζεται και θέτει σε εφαρμογή ένα μεγαλεπήβολο στρατηγικό σχέδιο που χαράσσει και καθορίζει την πορεία της γειτονικής χώρας για ολόκληρο τον 21ο αιώνα, δίνοντας ένα μεγάλο και φιλόδοξο όραμα στον τουρκικό λαό, και όλα αυτά παρά τα προβλήματα εθνοτικής και θρησκευτικής ομοιογένειας που αντιμετωπίζει. Θα λέγαμε ότι η Τουρκία προσπαθεί να κάνει τη φυγή προς τα εμπρός, όχι μόνο για να πετύχει τους φιλόδοξους στόχους που θέτει, αλλά για να ξεφύγει και να ξεπεράσει τα σοβαρά προβλήματα που την ταλανίζουν.
Αν και είναι θλιβερό να φτάνει κανείς σε τέτοια κατάσταση, που να παίρνει ως παράδειγμα την Τουρκία, ελπίζουμε, όμως, τη φορά αυτή, ο κρατικός μηχανισμός, ο πολιτικός κόσμος, η ακαδημαϊκή κοινότητα και η πολιτική διανόηση θα ξεπεράσει τα προβλήματα συνδικαλιστικής σήψης, κομματικής παθογένειας και εξάρτησης που αντιμετωπίζει και θα αρθεί στο ύψος των περιστάσεων.
Οι καιροί ου μενετοί.